Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Η μελέτη του θανάτου είναι μελέτη ζωής

Και περνά ο χρόνος, για να έλθει η ώρα. Και η τελική ώρα είναι τόσο φρικτή, που θα θέλαμε πάση θυσία να την παρακάμψωμε, να την αποφύγομε. Όμως δεν γίνεται διαφορετικά, εάν δεν πιούμε το πικρό ποτήριο του θανάτου.
Η μελέτη του θανάτου είναι μελέτη ζωής. Αυτό που αναπόφευκτα βλέπουμε μπροστά μας να πλησιάζει είναι ο θάνατος. Αυτό που υπάρχει μέσα μας είναι η δίψα της αιώνιας ζωής.
Και επειδή αγάπησες το δρόμο αυτής της ζωής και ασκήσεως, προχωρείς. Αρχίζεις να θάπτεσαι, να ζεις τη νέκρωση και να τρέφεσαι από ζωή ανώλεθρο, από χαρά που δεν παρέρχεται...
Αξιολογείς τα πάντα διαφορετικά. Βρίσκεις τον πλούτο, τη δόξα και τον παράδεισο εκεί όπου άλλοι βλέπουν τη συμφορά που πρέπει να αποφύγουν.
«Βασιλεύς της Δόξης» γνωρίζεται ο Χριστός πάνω στο Σταυρό και απλωμένος ύπτιος νεκρός στον Επιτάφιο Θρήνο. Από τότε ευφραίνεσαι περιφρονούμενος. Χαίρεσαι υποτιμούμενος. Και βοηθείσαι διαγραφόμενος.
Γράφεται στις πλάκες τις καρδιάς σου ένας νόμος, όπως γράφτηκε στις πέτρινες πλάκες στο όρος Σινά. Η νέα νομοθεσία, της αγάπης, που τη δέχτηκες προσωπικά, σε σφράγισε, ως «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου». Φέρεις επάνω σου το μοναχικό σχήμα, που είναι σταυρός, με την ομολογία της νίκης: Ι(ησού)Σ Χ(ριστό) Σ ΝΙΚΑ. Φ (ως) Χ(ριστού) Φ(αίνει) Π(άσι). Τ (όπος) Κ(ρανίου) Π(αράδεισος) Γ(έγονε).
Έκτοτε κυκλοφορείς διαφορετικά. Κουβαλάς την εμπειρία αυτή ως αιμορραγία. Κουβαλάς τη θανή, που σε έφερε στη ζωή. Δεν βγαίνεις έξω από τον τάφο. Τρέφεσαι απ’ αυτόν, όπως το φυτό από τις ρίζες του μέσα στη γη. Από αυτή την εμπειρία αρθρώνεται ο λόγος σου, διαμορφώνεται ο χώρος σου. Είναι όλα φανέρωση αυτής της νεκραναστάσεως. Είναι όλα ντυμένα με σεμνότητα κατανύξεως και πηγαίο δυναμισμό αιωνίου ζωής.
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, γνήσιος αγιορείτης, το λέει ξεκάθαρα, ότι το βάθρο όπου πατά δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, σκαμνί ή θρόνος, αλλά είναι ο τάφος του, απ’ όπου μιλά ο νεκρός εαυτός του.

π. Βασίλειος Γοντικάκης

Πηγή: http://imverias.blogspot.gr/

Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά μας

Είναι όμορφο να διαβάζεις δυο ωραίες σε περιεχόμενο σελίδες. Να θαυμάζεις μια ανθισμένη γλάστρα ή να απολαμβάνεις μια δύση ηλίου. Όμορφο είναι να δέχεσαι ένα αγνό χαμόγελο. Να φέρνεις στο νου μια σκέψη ελπίδας, να οραματίζεσαι ένα αύριο καλύτερο.
Είναι ωραίο να αναπαύεται μ’ ευγνωμοσύνη το μάτι σου πάνω στην καθαρή μοκέτα του δωματίου ή στο συγυρισμένο συρτάρι σου, αλλά και ν’ απολαμβάνεις -γιατί όχι;- μια πετυχημένη λιχουδιά.
Είν' όμορφο να προσπαθείς να μη σε κουράζει η σκέψη της ανημπόριας που περνάς, γιατί αύριο θα 'χεις λάβει «συν τω πειρασμό και την έκβαση» με τη δύναμή Του.
Να πιστεύεις στον εαυτό σου είναι πολύ όμορφο, αν και βλέπεις -εσύ όσο κανείς άλλος- την αδυναμία σου να είσαι καλός. Να εκτιμάς την προσπάθεια σου και την ανεπιτήδευτα αγαθή σου θέληση να γίνεσαι καλύτερος.
Όμορφο είναι να πιστεύεις το καλύτερο και για τους άλλους. Και πίσω από τον άδικο κάποτε λόγο τους, να ψάχνεις να βρεις τον κρυφό άγνωρό σου πόνο τους, που έστειλε τη χολή στα χείλη τους. Να λες δυο λόγια ικεσίας γι’ αυτούς και να ευχαριστείς αμέσως Εκείνον που θα τους θεραπεύσει.
Είναι όμορφο να στηλώνεις το βλέμμα καθημερινά στη Ματιά του Πανάγαθου Θεού σου κι ανοίγοντας την καρδιά να στέλνεις το φως Της βαθειά σου. Την Αγάπη και την Ελπίδα να στέλνεις, ότι είσαι ο ελεημένος Του.
Κι ύστερα φέρνοντας τούτο το φως στη δική σου ματιά να το χαρίζεις παντού.
Στην κοπέλα που σ’ εξυπηρέτησε πίσω από την γκισέ, στον μικρό που σκούπισε τα τζάμια τ’ αυτοκινήτου σου. Στον συνταξιδιώτη μέσα στο τρένο, π’ αθέλητα σε πάτησε. Στη γριά μητέρα σου που ζει και σήμερα την παραξενιά της.
Είναι όμορφο μπαίνοντας κάθε πρωί στο δρόμο της καθημερινότητας, να ‘σαι πρόθυμος να χαμογελάσεις. Και το χαμόγελο σου αυτό να δίνει όλους το μήνυμα ότι: Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά μας, αλλά κουρνιάζει μέσα μας. Με την καλοσύνη που θα ντυθούμε. Στην ελπιδοφόρα προσμονή που δε θα διώξουμε από μέσα μας. Στο ζεστό χειροκρότημα που θα χαρίσουμε. Στο κομμάτι της σοκολάτας που θα στερηθούμε για να τη χαρεί κάποιο παιδί.
Είναι όμορφο να ‘σαι πιστός στην αποστολή που κλήθηκες να επιτελέσεις πάνω στη γη: Να είσαι ο χαρούμενος άνθρωπος. Ένα ζωντανό μήνυμα χαράς γιατί «ζει Κύριος ο Θεός»!
Ω, ναι είναι πολύ -πολύ όμορφο να δέχεσαι τη δωρεά του Παράδεισου που σου χαρίζεται και να γίνεσαι έν’ άγγιγμα παραδείσου για τον καθένα είτε αυτός ζει μαζί σου, είτε λαχαίνει να περνά απ’ το διάβα σου.

Πηγή: http://imverias.blogspot.gr/

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Μην απελπίζεσαι πριν το τέλος...

Κάποιοι γιορτάζουν για αυτά που άφησαν πίσω. Κάποιοι άλλοι για αυτά που έρχονται. Γιορτάζουν για την ονομαστική εορτή τους, για την ημέρα που ήρθαν στην ζωή.
Οι άνθρωποι θέλουν κάθε ημέρα να εορτάζουν, να χαίρονται, και γι’αυτό κάθε ημέρα προσπαθούν να εφευρίσκουν κάποια γιορτή.
Πολλές φορές όμως οι άνθρωποι παρευρίσκονται σε κάποια γιορτή χωρίς να γιορτάζουν. Ο προσωπικός τους πόνος υπερτερεί της γιορτής. Η δοκιμασία, ο πειρασμός που ήρθε στην ζωή τους δεν τους αφήνει περιθώρια για εορτασμούς.
Είναι στην γιορτή από υποχρέωση και όχι από θέληση.Και αυτό τους στοιχίζει.
Βρίσκονται εκεί, αλλά δεν θέλουν να χαμογελάσουν, δεν μπορούν, όμως υποχρεώνονται. Νιώθουν ξένοι μεταξύ φίλων, νιώθουν περιθωριακοί μέσα στο κέντρο της γιορτής. Σκέφτονται «καλύτερα να μην ερχόμουν» και ίσως έχουν δίκαιο. Δεν θα έπρεπε να βρίσκονται κάπου από υποχρέωση και όχι από θέληση.
Η ζωή μας, είναι γεμάτοι στιγμές χαράς και λύπης. Η ζωή είναι χαρμολύπη. Πολλές φορές καταντά σαν μια ανυπόφορη γιορτή που καλείσαι να παρευρεθείς. Είναι τότε που όλα σου μοιάζουν γελοία, άνοστα, χωρίς νόημα. Τότε που ο πόνος, η απογοήτευση έχουν κυριαρχήσει πάνω σου.
Κι όμως, μπορεί η λύπη να σε έχει τυλίξει όμως δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απελπισία. Παντού και πάντοτε θα υπάρχει κάτι στην ζωή σου που μπορεί να γίνει αφορμή ώστε η ανυπόφορη γιορτή που βιώνεις να γίνει και πάλι πανηγύρι.
Έχεις πολλά και ανυπέρβλητα προβλήματα, λες. Εγώ δεν τα γνωρίζω. Όμως σκέψου πως κάποιοι άλλοι συνάνθρωποί σου έχουν μεγαλύτερα προβλήματα.
Δεν είναι τυχαίο αυτό που είπε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Το καλύτερο φάρμακο για την κάθε δοκιμασία μας είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία των συνανθρώπων μας, αρκεί να την φέρουμε στον λογισμό μας. Και αυτό το λέγει ο Άγιος ώστε να καταλάβουμε ότι δεν είμαστε μόνο εμείς που πονάμε, δεν είμαστε μόνοι μας στον νοητό κόσμο των δοκιμασιών. Και συγχρόνως να μην γίνουμε αχάριστοι για τα υπόλοιπα καλά που έχουμε στην ζωή μας.
Είναι κάποιοι που γιορτάζουν επειδή είδαν το φως της ημέρας, επειδή τους χαρίστηκε το δώρο της ζωής, επειδή έχουν ένα πιάτο φαΐ κι ας είναι χθεσινό, επειδή έχουν μάτια και βλέπουν, πόδια να περπατούν, χέρια να πιάνουν, πνεύμονες να αναπνέουν...
Είναι αλήθεια ότι κάποιες στιγμές η ζωή φαντάζει χωρίς μέλλον, χωρίς ελπίδα, γεμάτη πόνο και θλίψη. Είναι αυτές οι στιγμές που καλούμαστε να μην σπάσουμε, ίσως να λυγίσουμε για λίγο όπως στα στάρια στον ισχυρό άνεμο.
Δεν είναι εύκολο να ζήσεις με την κάθε ημέρα ως γιορτή, είναι πιο δύσκολο όμως να υπάρχεις χωρίς ελπίδα, να αναπνέεις έχοντας παραιτηθεί από το ζωηφόρο οξυγόνο της ελπίδος.
«Ο υπομείνας εις τέλος, ούτως σωθήσεται...». Πριν έρθει το τέλος λοιπόν μην αποκάμουμε, πριν έρθει το τέλος μην παραιτηθούμε, πριν τελειώσει η "ανυπόφορη" γιορτή  μην φύγουμε...γιατί ποιος ξέρει; εκεί μέσα στο σκοτάδι του πόνου μας μπορεί να εισχωρήσουν μικρές πυγολαμπίδες και να κάνουν το σκότος να μοιάζει μ'έναστρο ουρανό...

Αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος

Πηγή: http://imverias.blogspot.gr/

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

Η θλίψη και η αγάπη της Παναγίας

Η Παναγία μας , πόνεσε πιο πολύ απ΄ όλες τις γυναίκες , πιο πολύ απ΄ όλες τις μανάδες του κόσμου, γιατί κανένα δεν έβλαψε , σε κανένα δεν έκανε κακό κι΄ όμως  Της έκαναν το μεγαλύτερο κακό όλης της οικουμένης.
Σταύρωσαν Τον Υιό Της .
Και αντικρύζοντάς Τον πάνω Στο Σταυρό , πόνεσε τόσο η καρδιά της...
Γι΄ αυτό μπορεί να καταλάβει την κάθε πονεμένη ύπαρξη, και συμπάσχει με τον κάθε άνθρωπο που πονά, γιατί ακριβώς , ξέρει τι πάει να πει "πόνος".
Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πώς είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρμόσυνα! Η αγάπη, όμως, αυτή συνεπάγεται θλίψη· και όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι και η θλίψη.
Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη χάρη, αλλά και Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό, και οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Και αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δει η Θεοτόκος την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.
Εμείς δεν φτάνουμε στο πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό Της, αλλ’ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν άραγε, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ η ίδια αγαπούσε και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο της Υιό;
Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όπως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν και ο πόνος της που παραμένει ακατάληπτος για μας.
Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Tης ούτε την αγάπη Tης για τον Υιό και Θεό Tης ούτε τις θλίψεις της ψυχής Tης κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε. Η αγάπη Tης για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, και όλες οι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήσσονται με Αυτήν.

Γέροντας Σωφρονίος Σαχάρωφ

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Ο σκοπός της Εκκλησίας

Η Εκκλησία δρα με τους μυστικούς τρόπους της, με την μυστηριακή πρόσκληση στον καθένα μας.
Δεν δρα με φωνές, με πολιτικές θέσεις, με πράξεις εξουσιαστικές, με φανατισμούς, με τρομοκρατία. Τουλάχιστον δεν πρέπει να δρα έτσι...
Διότι όποιος το κάνει αυτό δεν είναι Εκκλησία κι ας λέει ότι το κάνει εξ ονόματός της.
Γιατί η Εκκλησία κινείται αθόρυβα μέσα στην βουή του κόσμου τούτου.
Δρα ειρηνικά μέσα στην βιαιότητα των κοσμικών ειρηνιστών.
Πολιτεύεται σταυρικά και ανασταίνεται στους κρότους της σιωπής.
Δεν είναι μόνο ο ναός και ο ιερέας η Εκκλησία. Είναι αυτό που μυστικά τελείται στον ναό δια του ιερέως. Είναι όλοι εκείνοι και όλα εκείνα που κοινωνούνται στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.
Ο κόσμος μένει στο κτίσμα του ναού και δεν προχωρεί στα φρικτά μυστήρια που τελούνται μέσα σ’αυτόν, μένει στον άνθρωπο και δεν βλέπει την ιεροσύνη, μένει στο λάθος και δεν αναζητά την συγχώρεση, βλέπει την τέχνη και δεν εμβαθύνει στην θεολογία των αγιογραφιών, φυλακίζεται στην λογική του εγώ και δεν λευτερώνεται στην υπέρλογη ταπείνωση και υπακοή, γεύεται άρτο και κρασί και δεν κοινωνεί Σώμα και Αίμα.
Και γι’αυτό παιδευόμαστε και παιδεύουμε.
Γι’αυτό κατηγορούμε και αλληλοκατηγορούμαστε.
Διότι μένουμε σε σχίσμα με τον πλησίον, μένουμε αποκομμένοι μέσα στην κοινωνία.
Θέλουμε όλα να είναι καλά, αλλά συγχρόνως ποθούμε να είναι καλύτερα για το εγώ μας. Και έτσι διασπάται η ενότητα, έτσι έρχεται η ρήξη.
Ίσως δεν θέλουμε άμεσα το κακό του άλλου, αλλά βάζουμε το δικό μας καλό πιο πάνω από του άλλου, άρα έμμεσα κάνουμε κακό στον άλλο. Και το κάνουμε με ελαφρά τη καρδιά, χωρίς συνειδησιακά προβλήματα.
Και αυτό είναι το τραγικό της ανθρωπότητας: ότι έχει αποδεχτή την αποτυχία της να εναγκαλιστεί χωρίς πρέπει και προϋποθέσεις, χωρίς δικό μου και δικό σου, χωρίς δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Οι άνθρωποι χάσανε την ανθρωπινότητά τους, όταν ξέχασαν να αγκαλιάζουν χωρίς αιτία.
«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσομεν», ακούμε στην Θεία Λειτουργία διδασκόμενοι και πάλι αυτό που απωλέσαμε.
Έχει ανάγκη η ανθρωπότητα να διδαχτεί κα πάλι την ανθρωπινότητά της, έχει ανάγκη ο κόσμος να γίνει και πάλι το Θείο κόσμημα που στολίζει την κτίση.
Εκκλησία είναι η ενότητα εν Χριστώ, και αυτό μας καλεί να πράξουμε και στην ζωή μας. Μια ενότητα που έρχεται με θυσία, με αυταπάρνηση. Όχι στηριζόμενη στην λογική αλλά στην καρδιά που θέλει να ζήσει δια του άλλου στην αιωνιότητα.
Δεν υπάρχει η Εκκλησία για να μας σώσει από το -θεωρούμενο επό εμάς- κακό και να μας προσφέρει –το θεωρούμενο από εμάς- καλό.
Η Εκκλησία υπάρχει για να μας δείξει ποιο είναι τελικά το πραγματικό κακό και να μας οδηγήσει στο πραγματικό αγαθό.
«Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Τελικά, σκοπός της Εκκλησίας είναι να μείνει στον κόσμο, μέχρι να κάνει τον κόσμο ουρανό...μέχρι ο κόσμος να γίνει Εκκλησία.
«Ίνα πάντες εν ώσιν...».

Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Πηγή: http://imverias.blogspot.gr/

Ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής άσκησης, πως διατηρείται και που σταματά;

Όλοι οι όσιοι και οσίες της Εκκλησίας μας έφτασαν στο ποθούμενο μέσω της άσκησης. Ο όρος άσκηση χρησιμοποιείται ευρέως θα λέγαμε από τους θεολόγους και ιερείς στα κηρύγματα. Όλοι προτρέπουν τους πιστούς να ασκηθούν, να αποκτήσουν ασκητικό φρόνημα διότι διαμέσου αυτού όπως υποστηρίζεται θα καταφέρουμε όλοι μας να συναντήσουμε τον Χριστό.
Τι είναι όμως η άσκηση και που τελειώνει;
Κατ’ αρχήν να αναφέρουμε ότι χριστιανική ζωή και άσκηση θα πρέπει να νοούνται σαν δύο έννοιες ενός κοινού βιώματος. Δεν μπορεί να νοηθεί χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση και ορθόδοξη άσκηση εκτός χριστιανικής μυστηριακής ζωής. (πηγη:εδώ)
Η σωτηρία του ανθρώπου, δηλαδή η ολοκλήρωση του προϋποθέτει μία αδιάκοπη εσωτερική μεταστροφή του ανθρώπου, δηλαδή μετάνοια, αλλαγή του νου και των κριτηρίων, πέρασμα από το μέτρο ζωής του κόσμου που είναι η ευζωία και καλοπέραση, στο μέτρο ζωής της αγάπης που είναι η άσκηση. Και άσκηση σημαίνει απάρνηση του εγώ, δυναμική πάλη του ανθρώπου να υπερβεί  τα απρόσωπα –ατομικά- στοιχεία της βιολογικής του φύσης, και να ολοκληρωθεί μέσα από τη σχέση του με το Θεό και τους συνανθρώπους του, που μόνο με την αγάπη μπορεί να πραγματωθεί.
Ο θεσμός της Εκκλησίας λοιπόν πολύ ορθά και σοφά καλεί όλα τα μέλη της να ασκηθούν, δηλαδή να μπουν στην διαδικασία της εκούσιας στέρησης (όποια κι αν είναι αυτή) ώστε να απαγκιστρωθούν σιγά σιγά από τα επίγεια και να γεμίσουν με έρωτα προς τα ουράνια.
Μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας, η άσκηση είναι «φιλοκαλία», έρωτας για το κάλλος της «ατέλεστης τελειότητας» που είναι η προσωπική ολοκλήρωση, όχι απλά η αποκατάσταση της εικόνας του ανθρώπου στην προπτωτική κατάσταση αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Δεν αναζητούμε εμείς οι χριστιανοί τον χαμένο αισθητό Παράδεισο των πρωτοπλάστων, αλλά ελπίζουμε να εισέλθουμε κάπου πολύ ανώτερα, στην Βασιλεία του Θεού. Εκεί όπου κυριαρχεί μόνο η Αγάπη, εκεί όπου το Φως της παρουσίας του Χριστού θα κάνει τους ανθρώπους πεπληρωμένους, κατά χάριν θεανθρώπους.
 Σήμερα για ένα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, «ορθόδοξων χριστιανών», η άσκηση, ακόμα και σαν έννοια ή λέξη είναι ακατανόητη. Αν μιλήσει κανείς σήμερα για νηστεία και εγκράτεια και εκούσιο περιορισμό των ατομικών επιθυμιών, είναι σίγουρο πως θα εισπράξει χαμόγελα συγκατάβασης και ειρωνείας.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο άνθρωπο να φθάσει στη κοινωνία μετά του Θεού είναι ακριβώς αυτό: ότι προσπαθεί να Τον γνωρίσει με λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα, εκτός Εκκλησίας. Απορρίπτει το μυστήριο της αγάπης και παραμένει θεληματικά στην επιφάνεια μιας στείρας πίστης η οποία στην καλύτερη περίπτωση σημαίνει απλά «παραδοχή της ύπαρξης του Θεού» και όχι εμπιστοσύνη και παράδοση στη Θεία Του Πρόνοια.
Αυτό βέβαια, δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να έχουν τις «μεταφυσικές τους πεποιθήσεις», να πιστεύουν σε κάποιο «ανώτερο ον» ή στον «γλυκύ Ιησού», που δίδαξε μια θαυμάσια ηθική και τίποτα παραπάνω. Αλλά το ερώτημα είναι, τι χρειάζονται οι «μεταφυσικές πεποιθήσεις» όταν δεν οδηγούν στην Σωτηρία; Τι μας χρειάζεται ένας ηθικιστής Ιησούς όταν δεν προσφέρεται από αγάπη σε όλους; Τι μας χρειάζεται ένας Θεός ο οποίος δεν συγχωρεί τους αμαρτωλούς, δεν ελεεί τους μετανοούντας, δεν γίνεται ένα με εμάς;
Όμως ο Χριστός των αγίων είναι ο Χριστός των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και όχι ένας θεός που τον κόβουμε και τον ράβουμε στα μέτρα μας. Οι άγιοι προσέφεραν τον εαυτό τους, την ζωή τους, όλη τους την ύπαρξη στον Αληθινό Χριστό, ο οποίος είναι Αγάπη, είναι Αλήθεια, είναι το πρότυπο ζωής και για όλους εμάς που φέρουμε το όνομα χριστιανός.
Και χριστιανός σημαίνει να ζει κάποιος στο πνευματικό κλίμα της Βασιλείας του Θεού. Δηλαδή, να αγαπά τους πάντες και τα πάντα να μπορεί να συγχωρεί τους άλλους, να ζει με τους άλλους για τους άλλους... να ολοκληρώνεται σαν ύπαρξη μοιράζοντας και προσφέροντας την ζωή του στην διακονία του πλησίον.
Τα ασκητικά αγωνίσματα που θεσπίστηκαν από την Εκκλησία μας είναι το ελάχιστο αντίδωρο που μπορούμε να δώσουμε στον Χριστό μας για το δώρο της Αγάπης Του. Γι’ αυτό βλέπουμε οι Όσιοι και οι Όσιες πραγματοποίησαν (για εμάς) ακατανόητες και υπέρ του μέτρου ασκήσεις (νηστείες- αγρυπνίες- προσευχές-ορθοστασίες-ζώντας στο κρύο/στην ζέστη/σε σπηλιές/σε δέντρα/σε στύλους/έγκλειστοι- αλουσία κ.α.).
Πως κατάφεραν λοιπόν να τα κάνουν όλα αυτά και γιατί; Κατάφεραν να ασκηθούν τόσο πολύ όχι επειδή βλέπανε τι ελάχιστο προτείνει ο θεσμός της Εκκλησίας αλλά συνειδητοποίησαν το μέγεθος της Αγάπης του Θεού.
Όταν ο άνθρωπος καταλάβει πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη του Θεού και πόσο σημαντικό για τον καθένα προσωπικά είναι αυτό, τότε όλα του φαίνονται λίγα. Ότι και αν κάνει – όσο και αν ασκηθεί - είναι λίγο μπροστά στην Αγάπη Του.  Ότι και αν θυσιάσει σ’ αυτήν την ζωή είναι ελάχιστο μπροστά στην Θυσία Του.  Όσο κι αν αδικηθεί είναι λίγο μπροστά στην Αδικία που υπέστη Εκείνος για εμάς, από εμάς. Γι’ αυτό και η άσκηση των Αγίων ξεπέρασε τους νόμους της πεπτωκυίας φύσεως ή μάλλον ποιο ορθά: Έκανε τους ανθρώπους αυτούς-τους Αγίους- να ζουν φυσιολογικά τείνοντας συνεχώς προς την Αλήθεια και την Αγάπη.
Η άσκηση όταν γίνεται όχι γιατί πρέπει αλλά κινούμενη από αγάπη τότε γίνεται ανάπαυση και όχι δυσφορία. Όταν η άσκηση γίνεται με πνεύμα θυσιαστικό και ταπεινό, ελεύθερα, τότε δεν γίνεται με κατήφεια αλλά με χαρά και δοξολογία.
Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η άσκηση από μόνη της δεν σώζει, εάν δεν συνδυάζεται με ταπείνωση, με μετάνοια και εξομολόγηση, με συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, με υπακοή στον πνευματικό μας, με συγχωρετικότητα και αγάπη.
Η άσκηση δεν δρα μαγικά πάνω στον άνθρωπο, αλλά είναι το θεμέλιο ώστε να υπάρξει η καλή αλλοίωση του είναι μας.
Η άσκηση δεν έχει όρια, δεν πρέπει να μένει στους τύπους και στα εξωτερικά γνωρίσματα.  Η άσκηση είναι για τον καθένα διαφορετική αλλά το ίδιο σημαντική. Γι’ αυτό και η μάνα Εκκλησία θέσπισε κάποια μικρά ασκητικά αγωνίσματα κοινά για όλους όπως είναι οι καθορισμένες νηστείες, ώστε όλοι οι χριστιανοί να ζουν έστω με την ελάχιστη άσκηση, ώστε να βρίσκονται σε πνευματική εγρήγορση.
Να μου επιτραπεί να πω ότι ο άνθρωπος μπορεί να σταματήσει την άσκηση μόνο όταν αποκτήσει την Χριστομίμητη Αγάπη. Διότι η άσκηση αυτόν τον σκοπό έχει: ο άνθρωπος να καθαρθεί και να γίνει ένα απέραντο δοχείο Αγάπης το οποίο θα μοιράζεται σε όλους δια του Χριστού και δια της μοιρασιάς θα αυξάνεται εν Χριστώ.
Μπορούμε λοιπόν να μην ασκούμαστε πλέον εάν ενωθήκαμε με τον Χριστό, εάν γίναμε κατά χάριν θεάνθρωποι, εάν γίναμε κατά χάριν Άγιοι.  Αλλά ποιος από μας μπορεί να επικαλεστεί κάτι τέτοιο;
Χρειάζεται λοιπόν η άσκηση στην ζωή μας. Έστω η διάθεση να γίνουμε όχι απλά καλύτεροι άνθρωποι, αλλά αγιότεροι. Και η αγιότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δια του Μυστηρίου της Αγάπης.
Κάθε ασκητικό πάλαισμα μας φέρνει και πιο κοντά στην κάθαρση και στον θείο φωτισμό, όμως η μεγαλύτερη άσκηση είναι η άσκηση της Αγάπης. Ο άνθρωπος δηλαδή ο οποίος ασκεί στην πράξη την αγάπη κάνει και την μεγαλύτερη άσκηση.
Η αγάπη θα μας κάνει να σιωπήσουμε σε έναν βαρύ και άδικο λόγο που θα ακούσουμε, η αγάπη θα μας κάνει να προσευχηθούμε για τον αδελφό μας, η αγάπη θα μας οδηγήσει στην ταπείνωση και η ταπείνωση στην αύξηση της αγάπης, η αγάπη θα συνθλίψει μέσα μας την κατάκριση του άλλου, την μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας.
 Όποιος αποκτά την εμπειρία της τέλειας αγάπης, αποκτά ταυτόχρονα και την εμπειρία της τέλειας ταπεινώσεως. Γιατί η αληθινή ταπείνωση δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους ανθρώπους που δεν έχουν γευθεί την εν Χριστώ αγάπη· τη θεωρούν μωρία και την αποστρέφονται.
Λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Το να θαυμάζη κανείς τους κόπους των Αγίων είναι καλό. Το να ζηλεύη να τους μιμηθή είναι σωτήριο. Αλλά το να θέλη διά μιάς να τους μιμηθή είναι παράλογο και ακατόρθωτο». Κανείς δεν υποστηρίζει ότι όλοι μας θα πρέπει με μιας να ασκηθούμε όπως οι ερημίτες ή κάποιοι πολύπειροι μοναχοί οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν σε μεγάλα ύψη αρετής διαμέσου διαφόρων πνευματικών ασκήσεων. Οι περισσότεροι χριστιανοί μένουν στον κόσμο, έχουν οικογένειες, παιδιά, εργασίες, διάφορες υποχρεώσεις. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ή ότι δεν χρειάζεται να ασκούνται στο μέτρο του δυνατού.
Ο δρόμος της ζωής μας θα πρέπει να είναι μία θυσία προς τους άλλους και προς τον Θεό. Δεν νοείται χριστιανός ο οποίος να αποστρέφεται κάποιον συνάνθρωπό του, δεν νοείται χριστιανός ο οποίος να υποστηρίζει ότι ζει εν Χριστώ χωρίς να έχει συγχωρετικότητα. Λέγει επί τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν».
Μέσα στην καθημερινότητα της ζωής μας ξεχνούμε κάτι βασικό ότι: θα πεθάνουμε. Όσο ξένο, αποκρουστικό, κακόηχο και αποτρόπαιο μας ακούγεται το ότι «θα πεθάνουμε» είναι μία πραγματικότητα την οποία δεν την έχουμε αποδεχτεί στην ζωή μας.
Ζούμε και κινούμαστε μη έχοντας μνήμη θανάτου, με αποτέλεσμα εύκολα να πέφτουμε στις παγίδες του διαβόλου, εύκολα να ενδίδουμε στους πειρασμούς του κόσμου.
Η ζωηρή μνήμη του θανάτου διατηρεί στην ζωή μας την άσκηση και την διάθεση μετανοίας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζούμε μίζερα έχοντας την κατήφεια ζωγραφισμένη μόνιμα στα πρόσωπά μας. Η μνήμη θανάτου που διατηρεί το ασκητικό φρόνημα, κάνει την ψυχή μας λεπτή και τρυφερή, μας μεταμορφώνει σε καινούς ανθρώπους οι οποίοι βιώνουν την ζωή, σαν ευκαιρία αγιασμού. Τους άλλους, σαν ανάπαυσή τους. Τον θάνατο, σαν πέρασμα στην Ζωή.
«Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).
Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας.
Όντως, ο άνθρωπος εκείνος που ζει σαν ετοιμοθάνατος θα ζήσει προσεκτικά. Ο άνθρωπος αυτός θα ζήσει ασκητικά, συγχωρώντας και αγαπώντας τους άλλους.
Η άσκηση σε συνδυασμό με την μνήμη θανάτου θα μας οδηγήσουν στην ειρήνη της ψυχής μας, θα μας εισαγάγουν μέσα στην απύθμενη άβυσσο της εν Χριστώ Αγάπης η οποία αν και μοιράζεται σε όλους δεν δαπανάτε ποτέ γιατί  η πηγή της δεν είναι η δική μας δήθεν αξιώτητα ή αγιότητα αλλά είναι ο ίδιος ο Άκτιστος Θεός, ο οποίος «αγάπη εστί» (Α’ Ιωάννου 4:8)

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Οι κατηγορίες κατά του μοναχισμού

Δια μέσου των αιώνων πολλοί εκ των μοναχών ανεδείχθησαν πραγματικοί κοινωνικοί εργάται πού προσέφεραν ό,τι είχαν στην υπηρεσία του συνανθρώπου, που ανήκε είτε στην μεγάλη οικογένεια της ανθρώπινης κοινωνίας, είτε στην μικρή του κοινοβίου. Συμπληρωματικά θα ηθέλαμε να πούμε πως όσοι προκρίνουν κι ακολουθούν τον μοναχικό βίο δεν είναι απαραίτητα εχθροί του κόσμου. Δεν παραδεχόμαστε πως οι μοναχοί εμίσησαν τούς ανθρώπους του κόσμου.
Μπορεί να εμίσησαν την αμαρτία του κόσμου, τις ψυχοκτόνες συνήθειές του, τις παγίδες του, τη βαβυλωνιακή του βοή. Όμως δεν μπόρεσαν ποτέ να μισήσουν τον άνθρωπον, πού πάντα τον είδαν σαν αδελφό τους και σαν παιδί του Επουρανίου Πατέρα.
Άλλωστε, αν μισούσαν τούς ανθρώπους οι μοναχοί δεν θα προσηύχοντο γι’ αυτούς. Δεν θα εγονάτιζαν για να ζητήσουν του Θεού το έλεος γι’ αυτούς πού ζουν κι εργάζονται μέσα στις κοινωνίες. Δεν θα ανελάμβαναν ευρείας κλίμακος Ιεραποστολές ήδη από τον Δ´ αιώνα, δεν θα αγρυπνούσαν σε δεήσεις και ικεσίες για τη σωτηρία του κόσμου από απειλές, καταστροφές και δυστυχίες, δεν θα έψαλλαν παννυχίδες «όπερ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας…» των χριστιανών. Αναρωτιέμαι στ’ αλήθεια ποιος είναι πραγματικός φιλάνθρωπος, αυτός πού αδίστακτα προσφέρει το δηλητήριο της διαφθοράς πού οδηγεί στον ψυχικό και σωματικό εκφυλισμό, ή ο μοναχός που έχει βρει τον αληθινό δρόμο που έχασαν οι πολλοί και από τη σκοπιά του πασχίζει να βοηθήσει όσο γίνεται τούς ταλανισμένους ναυαγούς της ζωής ; Ο Πασκάλ έγραφε πως «ο άνθρωπος ψάχνει με τι να γεμίσει το μεγάλο κενό πού εδημιούργησε βγαίνοντας από τον εαυτό του». Και σκέφτομαι αν δεν θα έκανε καλά να ξαναγύριζε στον εαυτό του, να ξαναεύρισκε το κέντρο του βάρους, μια και δεν έχει άλλο κανένα καταφύγιο πιο σίγουρο απ’ την ψυχή. Αυτή όμως τη λύση την βρήκαν πρώτοι οι μοναχοί. Ακολουθώντας το σωστό δρόμο βρέθηκαν στις Ιερές τους επάλξεις με όλη τους την αγάπη για τον περιπλανώμενο συνάνθρωπο, με όπλο κυρίως την πανίσχυρη προσευχή γι’ αυτόν.
Βέβαια οι επικριταί δεν βρίσκουν ικανοποιητική αυτή την προσφορά για να δικαιώσουν την ύπαρξη των μοναχών, γιατί δεν μπόρεσαν να συλλάβουν της προσευχής την δύναμη την υπερκόσμια, και την αξία. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πώς με την καθημερινή ηθική άσκηση στην προσευχή, πούνε μαζί κι’ ένας αυτοέλεγχος, παίρνει δύναμη ο άνθρωπος για ν’ αντιμετωπίσει με γαλήνη και θάρρος τις χίλιες δύο αντιξοότητες και τους μύριους πειρασμούς, στους οποίους εκθέτει τον άνθρωπο ο εγκόσμιός του βίος. Όταν είναι κανείς μέσα στην μανιασμένη θάλασσα και πνίγεται από τα αφρισμένα κύματα είναι δύσκολο να δη κατά που πέφτει το σωτήριο σταθερό σημείο. Απ’ έξω απ’ τα κύματα αν βρίσκεται κάποιος, μπορεί εύκολα να οδηγήσει τον ναυαγό. Να του υποδείξει την πορεία της σωτηρίας, να τον κατευθύνει λυτρωτικά. Αυτό κάνουν με την προσευχή και με το παράδειγμά τους οι μοναχοί.
Δεν μισούν λοιπόν τον κόσμο. Δεν απεχθάνονται τον άνθρωπο, έστω κι’ αν είναι αμαρτωλός. Την αμαρτία μισούν κι’ απεχθάνονται. Κι’ έπειτα δεν είναι λίγες οι φορές που και με πιο πρακτικά μέσα φανερώνουν στον άνθρωπο την αγάπη τους αυτή οι μοναχοί. Όταν άλλος υπηρετή τους οδοιπόρους, άλλος ξεκουράζει βασανισμένες ψυχές μέσα στο λουτρό της μετανοίας, άλλος συγγράφη βιβλία ψυχωφέλιμα, διαφωτιστικά, οικοδομητικά, άλλος ομιλή σε πυκνά ακροατήρια, μήπως όλα αυτά δεν είναι εκδηλώσεις αγάπης στον ταλαιπωρημένο άνθρωπο; Είναι σφάλμα να συγκρίνωμε την προσφορά του μοναχού με την προσφορά του οιουδήποτε κοινωνικού συντελεστού, γιατί οι διάφορες προσφορές δεν μετριούνται με το υποδεκάμετρο, μετριούνται στο ποιόν τους και στην εσωτερική, τη βαθύτερη αξία τους.
Συναφής είναι και η συχνά εκτοξευομένη κατηγορία πώς οι Μοναχοί είναι οκνηροί και αργόσχολοι. Ο «απράγμων βίος» τους είναι κάρφος στα μάτια πολλών. Αλλά δεν ξέρω αν αυτοί που κατηγορούν έτσι τους μοναχούς έτυχε ποτέ να παρακολουθήσουν για ένα μόνο 24ωρο τη ζωή τους μέσα στη Μονή. Είμαι βέβαιος πώς την άλλη μέρα, μη αντέχοντας στο εξοντωτικό πρόγραμμα, θα απεφάσιζαν να επιστρέψουν στις ανέσεις της πόλεως. Θα έφευγαν προτροπάδην για τα σπίτια τους, όπου τους περιμένει κάθε ευκολία. Χάριν της αληθείας πρέπει να αναφέρωμε εδώ μερικές απ’ τις καθημερινές ασχολίες των μοναχών. Στο Άγιον Όρος και αλλού, διαιρούν το ημερόνυκτο σε τρία 8ωρα που αφιερώνονται σε προσευχή, εργασία κι’ ανάπαυση. Εκεί σηκώνονται τα μεσάνυκτα, γιατί πιστεύουν στη βαθύτερη υψοποιό αξία της ασκήσεως. Εκεί τις ώρες που οι άνθρωποι των πόλεων κοιμούνται ή αμαρτάνουν, οι μοναχοί αγρυπνούν και προσεύχονται. Έπειτα αποσύρονται για λίγη ανάπαυση για να σηκωθούν πάλι τα ξημερώματα πιάνοντας ο καθείς μετά από νέα προσευχή την εργασία του. Άλλος θα κάνει χειρωνακτική δουλειά στο περιβόλι, στο δάσος, στην κουζίνα, στην καθαριότητα, στην φροντίδα των ζώων, σε έργα οικοδομής ή συντηρήσεως κτιρίων, στα εργαστήρια ξυλουργικής ή αγιογραφίας. Και άλλος θα αναλάβει να ξεναγήσει τους επισκέπτες, να τούς εξασφαλίσει τη φιλοξενία, να τούς πει δύο λόγια καλά. Ο άλλος θα γράψει κάτι τι, άλλος θα ασχοληθεί με τη βιβλιοθήκη, με τα χειρόγραφα, με τούς κώδικες. Κι’ ή εργασία αυτή συνεχίζεται αδιάκοπα, μέχρι το μεσημέρι, και πάλι το απόγευμα, διακοπτομένη από τακτές ώρες προσευχών και μικρής αναπαύλας. Κι’ όταν το βράδυ απoσυρθoύν στα κελλιά τους οι μοναχοί, δεν θα κοιμηθούν αμέσως, γιατί θα πρέπει να κάνουν τις μετάνοιές τους, άλλος 100, άλλος 200, 300 ή και περισσότερες ακόμη. Και θα κοιμηθούν σε κρεββάτι σκληρό, χωρίς στρώμα συνήθως, χωρίς καμία άνεση. Κι’ έπειτα είναι και οι νηστείες, πού με τόση ευλάβεια τηρούνται στις Μονές, κι’ οι οδοιπορίες και ή γενική λιτότητα, κι’ ελλείψει κάθε «κοσμικής» ψυχαγωγίας που τώρα μπορεί να βρεθεί ή τεμπελιά, απορώ κι’ εγώ.
Σ’ όσους δεν πείθονται θα είχαμε να προτείνωμε ένα ταξιδάκι είτε στο Άγιον Όρος, είτε στα Μετέωρα, στην Πάτμο και όπου αλλού υπάρχει αξιόλογο μοναστήρι. Θα συνέβαλλε αποφασιστικά στη διάλυση κάθε προκαταλήψεως.
Βέβαια δεν αγνοούμε πώς, στη δημιουργία αυτής της κατηγορίας, την αιτία έδωσαν μερικοί ανάξιοι μοναχοί, επιλήσμονες της βαρειάς απoστoλής των, πού βρέθηκαν κατά λάθος μέσα στην ευλογημένη στρατεία της μοναχικής ζωής κι’ έγιναν «σκάνδαλο» στα μάτια του κόσμου. Αν θέλωμε να είμαστε αληθινοί και δίκαιοι δεν πρέπει να αποσιωπήσωμε τη σκοτεινή αυτή κηλίδα μέσα στο πάγκαλο σώμα του Μοναχισμού μας. Με στρουθοκαμηλισμό δεν διορθώνονται τα κακώς κείμενα. Κι’ υπάρχουν πολλά κακώς κείμενα στον Μοναχισμό μας. Θα τα πούμε παρακάτω. Διορθώνονται με ειλικρινή αυτοκριτική, με βαθειά θεολογική μελέτη και με δραστικά μέτρα.
Η άλλη κατηγορία κατά των μοναχών είναι πως εγκαταλείπουν τα εγκόσμια από δειλία μπροστά στις δυσκολίες της ζωής. Δεν τα βγάζουν πέραλένε οι άνθρωποιμε τη βιοπάλη, είναι οι αποτυχημένοι της κοινωνικής κονίστρας, γι’ αυτό καταφεύγουν για σωτηρία κι’ ασφάλεια στα μοναστήρια. Μάλιστα πολλοί φέρνουν εις επίρρωσι των λεγομένων τους συχνά παραδείγματα από τη μοναστηριακή άνθησι του Βυζαντίου, που την αποδίδουν στην αθρόα προσέλευσι νέων με σκοπό να αποφύγουν τη στράτευσι και όλα τα δεινά των πολέμων. Ανεξάρτητα από το ότι ή υπόθεση αυτή είναι ιστορικά συζητήσιμη, γιατί αναφέρεται σε συγκεκριμένη περίοδο ουσιαστικής παρακμής του θεσμού, θα είχαμε να παρατηρήσωμε τα εξής: Είναι αλήθεια πως κατά καιρούς συνέβη να καταφύγουν στα Μοναστήρια άτομα που αμάρτησαν βαριά στην κοινωνία. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ a priori πως το έκαναν αυτό από δειλία μπροστά στις συνέπειες της βιοτής των.
Δικαιότερο είναι να δεχθούμε πως ή φυγή τους οφείλεται σε συναίσθηση της ενοχής των και σε διάθεση να εξιλεωθούν με τη μόνωση και περισυλλογή που χαρίζει ή μοναχική ζωή και με την αναφορά τους στο Θεό που συγχωρεί τις αμαρτίες, αφού Εκείνος είπε πως «τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω». Αυτό είναι το πνεύμα του Θεού και της Εκκλησίας. Να ξεκουράζη τους τσακισμένoυς, να διορθώνει τους κακούς, να συμπαρίσταται στους πονεμένους. Που αλλού θα βρή ο ταλαιπωρημένος από την αμαρτία άνθρωπος την ανάπαυσή του; Που αλλού; Ο μοναχισμός ποτέ δεν αρνήθηκε να πάρει στους κόλπους του τους ειλικρινώς μετανοούντας και επιστρέφοντας, αντιθέτως άνοιξε διάπλατα τις πύλες του και δέχθηκε κάθε παραστρατημένο, που θέλησε εκεί σ’ αυτόν να βρή ό,τι έχασε στη ζωή. Κι’ ομολογώ πως είναι δείγμα ηρωϊσμού το να απαρνιέται κανείς τη ζωή της αμαρτίας και να ζει τον, ασυμβίβαστο μ’ αυτή, βίο των μοναχών. Τι είναι πιο εύκολο; ένας πρώην αμαρτωλός να ζήση εφεξής μέσα στην κοινωνία την αμαρτωλή, ή να απoσυρθή σε μοναστήρι όπου θα αγωνίζεται νύκτα και μέρα εναντίον του κακού; έπειτα ας μη μας διαφεύγει της προσοχής κι’ ένα άλλο σημείο. Στα μοναστήρια δεν καταφεύγουν μόνο οι απογοητευμένοι της ζωής. Στα μοναστήρια υπήρξαν και υπάρχουν και σήμερα σπάνιες προσωπικότητες που δεν έχουν κανένα λόγο να φοβούνται τη ζωή. Διέθεταν και διαθέτουν όλα τα προσόντα για μια λαμπρά σταδιοδρομία στην κοινωνία. Έχουμε σήμερα και γιατρούς και δικηγόρους και θεολόγους και συγγραφείς και επιστήμονες, αλλά και τεχνικούς και επαγγελματίες που έγιναν μοναχοί. Αυτοί όλοι από «κοσμική» πλευρά μπορεί να πει κανείς πως «έχασαν» με το να γίνουν μοναχοί. Έχασαν πλούτη, έχασαν δόξα, έχασαν τιμές που θα είχαν αν ασκούσαν στον κόσμο την επιστήμη ή το επάγγελμά των. Κι’ όμως επροτίμησαν τον ταπεινό βίο του μοναχού. Όχι από δειλία. Άλλα από πίστη σε κάτι ανώτερο, σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και πιο ωφέλιμο απ’ την απλή κοσμική ζωή. Δεν αρνούμαι πως υπάρχουν και μέσα στις κοινωνίες ήρωες. Ο τίμιος οικογενειάρχης, ο δίκαιος βιοπαλαιστής, ο ενάρετος έμπορος, ο φιλότιμος ύπάλληλος είναι ήρωες στη σημερινή κοινωνία.
Όπως αυτοί, έτσι και σε μεγαλύτερο βαθμό, είναι ήρωες οι μοναχοί. Ο ηρωισμός δεν υπάρχει μόνο στις κοινωνίες των κοσμικών. Υπάρχει και στα καταφύγια του Μοναχισμού. Κι’ εδώ, κι’ εκεί. Με λίγα λόγια: οι μοναχοί είναι οι «αγγελικώς βιοτεύοντες». Κι’ όποιος ζη εδώ κάτω στη γη τη ζωή των αγγέλων είναι ένας απαράμιλλος ήρωας. Σ’ αυτό δεν χωρεί καμιά αντίρρησις. Το να λέμε πως από δειλία άφησαν τον κόσμο οι μοναχοί, είναι μια δεινή παραχάραξη της αληθείας και μία τρομερή πλάνη. Δειλούς μπορούμε να λέμε αυτούς που αυτοκτονούν κι’ ακόμα αυτούς που δεν μπορούν να ξεκολλήσουν απ’ τις αμαρτωλές ηδονές. Τους μοναχούς μόνον ήρωες μπορούμε να τους λέμε. Γιατί είναι.
Άλλοι πάλιν είπαν πως οι μοναχοί σκέπτονται εγωιστικά, μόνο τη σωτηρία τους, κι’ άδιαφορούν για τη σωτηρία των άλλων. Ναι για τη σωτηρία τους ενδιαφέρονται οι μοναχοί. Τούτο είν’ αλήθεια. Μα δεν είναι εγωιστικό. Για τη σωτηρία του έπρεπε να σκέπτεται ο καθένας. Γιατί ο Χριστός είναι ο προσωπικός Σωτήρας του καθενός μας. Έπειτα για τη σωτηρία των άλλων είναι άλλοι τεταγμένοι: ή Εκκλησία με τα Ιεραποστολικά της σώματα, τους ιεροκήρυκας, τους συγγραφείς κ.λπ. Γιατί πρέπει τάχα όλα να τα κάμουν οι μοναχοί; Γιατί δεν έχομε την απαίτηση ο γιατρός να είναι και δικηγόρος και διδάσκαλος και μπακάλης; Γιατί δεν θέλομε τον Ιεροκήρυκα και αστυνομικό; Και γιατί θέλομε τον μοναχό, που απ’ τή φύση του είναι «μοναχός», να δρα μέσα στις κοινωνίες, τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι άλλοι για να τον αντικαταστήσουν; Παρά τη μόνωσή του όμως ο μοναχός δεν ξεχνά την κοινωνία. Και τον βλέπομε και σαν ιεροκήρυκα, και σαν συγγραφέα, και σαν ομιλητή, και σαν δουλευτή, και σαν Ιεραπόστολο. Που είναι τώρα ο εγωισμός του;
Ούτε τον ευδαιμονισμό του κοιτάζει ο καλός μοναχός. Είναι μυημένος στην κατά Θεόν φιλοσοφία. Και προσπαθεί να συλλάβει την ιδιότυπη τελείωσή του με τά μέσα που ή Εκκλησία έχει εγκρίνει και αιώνες πείρας ευλογημένης έχουν επικυρώσει. Ζητεί την ευτυχία στον ορθό δρόμο. Στη θέωση την αναζητεί. Δεν τρέχει ξοπίσω στο «φάγωμεν, πίωμεν», αλλά λαχταρά τα δάκρυα και τους «αλαλήτους στεναγμούς». Δεν βλέπει την ύπαρξή του στα στενά πλαίσια της παρούσης ζωής. Με το πνεύμα του πετά σ’ άλλους κόσμους, οραματίζεται την άλλη, την αιώνιο, ζωή. Αυτή είναι ή φιλοσοφία του.
«Δεν έχομε ανάγκη από μοναχούς» λένε όσοι αγνοούν την υφή της μοναχικής πολιτείας, νομίζοντας πως ή ευημερία ενός λαού και η ευτυχία ενός Έθνους στηρίζεται πάνω στις τεχνολογικές κατακτήσεις μόνο, και στις επιστημονικές εμπειρίες. Πλανώνται όσοι σκέπτονται έτσι. Γιατί η ευτυχία ενός Έθνους εξαρτάται κυρίως από τις αιώνιες αλήθειες στις οποίες πιστεύει, που μένουν αναλλοίωτες στο διάβα του χρόνου, και υπέρκεινται της ροής των πραγμάτων. Μόνον όσοι φυλάττουν πίστι σ’ αυτά τα ιδεώδη δικαιούνται να επιβιώνουν στον Ιστορικό στίβο. Είναι αυτό πικρό μάθημα της Ιστορίας. Γι’ αυτό θα χρειαζόμαστε τους πνευματικούς ανθρώπους και τους πνευματικούς θεσμούς. Χάριν σ’ αυτούς ελπίζομε να μεγαλουργήσωμε. Ας μη το ξεχνάμε αυτό. Και οι μοναχοί είναι πνευματικοί άνθρωποι με περιεχόμενο, με ουσία, με βάθος πολύ σκέψεως και ζωής.
Αντί να τους κατηγορούμε, ας τους αφήσωμε να πορεύωνται το δρόμο της εκλογής των. Αν δεν μπορούμε να τους βοηθήσωμε, τουλάχιστον ας μη τους εμποδίζωμε.
Πολλές κατηγορίες άκουσε μέχρι σήμερα ο Μοναχισμός.
Λυπάται γι’ αυτό. Αλλά οι μοναχοί δεν επηρεάζονται απ’ αυτές. Έχουν γραμμή πλεύσεως. Έχουν πυξίδα ορθήν. Έχουν χαραγμένη πορεία. Οι φωνές των σειρήνων τους αφήνουν αδιαφόρους. Και αυτοί βαδίζουν τον δρόμο τους. Δεν στρέφουν, προς τα οπίσω. Δεν ταλαντεύονται. Δεν ολιγωρούν. Μπροστά τους έχουν το μεγάλο τους σκοπό. Σ’ αυτόν έχουν αφιερωθει. «Ηκολούθησαν Χριστώ ανεπιστρόφω λογισμώ». Οι συκοφαντίες δεν τους κλονίζουν. Γιατί στο δρόμο τους μπόρεσαν να χορτάσουν την ψυχική τους πείνα και να ικανοποιήσουν κάθε βαθύτερη της ψυχής τους επιταγή.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου με τίτλο: "Το αγγελικό πολίτευμα – Γνωριμία με τον Ορθόδοξο Μοναχισμό"

Πηγή: http://imverias.blogspot.gr/

Όταν προσεύχεσαι όπως πρέπει...

Όταν προσεύχεσαι όπως πρέπει, θα συναντήσεις τέτοια πράγματα, που να σου φαίνεται πως μ'όλο σου το δίκαιο πρέπει να εξοργιστείς.
Δεν υπάρχει όμως δικαιολογημένος θυμός εις βάρος του διπλανού μας.
Γιατί αν καλοεξετάσεις, θα βρείς πως είναι δυνατό και δίχως θυμό να τακτοποιηθεί μια χαρά το ζήτημα. Κάνε λοιπόν ό,τι περνάει από το χέρι σου για να μην ξεσπάσεις σε θυμό.Κοίτα μήπως νομίζοντας ότι γιατρεύεις τον άλλο, αποδειχτείς εσύ ο ίδιοςαγιάτρευτος και βάζεις εμπόδια στην προσευχή σου.Αν αποφεύγεις το θυμό, θα βρείς κα συ έλεος και θα φανείς φρόνιμοςκαι θα λογαριαστείς κι εσύ ανάμεσα σ'εκείνους που προσεύχονται.ν αρματώνεσαι ενάντια στο θυμό, δεν πρέπει να ανέχεσαι καμιά επιθυμία.
Γιατί αυτή δίνει υλικό στο θυμό κι αυτός με τη σειρά του ταράζει το νοητό (νοερό) μάτι, βλάφτοντας πολύ την πνευματική κατάσταση,που μέσα μας δημιουργεί η προσευχή.Μην προσεύχεσαι μόνο με την εξωτερική στάση, αλλά παρακίνα το νού σουνα έρχεται σε συναίσθηση της πνευματικής προσευχής με πολύ φόβο.Μερικές φορές ευθύς ως πας για προσευχή, θα προσευχηθείς καλά. Κι άλλοτε πάλι, κι αν ακόμα κουραστείς πολύ, δε θα πετύχεις το σκοπό αυτό. Και τούτο για να ζητήσεις ακόμη πιο πολύ προσευχή και, αφού τη λάβεις να μη φοβάσαι μη τυχόν και σου αρπάξουν το κατόρθωμα.
Όταν έρθει άγγελος, μονομιάς φεύγουν όλοι όσοι μας ενοχλούν και βρίσκεταιο νούς σε πολλή άνεση καθώς προσεύχεται σωστά. Άλλοτε όμως, όταν μας έρχεται ο συνηθισμένος πόλεμος, χτυπιέται και αγωνίζεται ο νούς και δεν του επιτρέπεται κεφάλι να σηκώσει, γατί έχει πιά αποκτήσει την ποιότητα λογής λογής παθών. Όμως ζητώντας πιο πολύ θα βρεί.Κι αν χτυπάει την πόρτα, θα του ανοίξουν (πρβλ. Ματθ. ζ΄8).
Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα δικά σου θελήματα, γιατί χωρίς άλλοδε συμφωνούν με του Θεού το θέλημα. Να προσεύχεσαι μάλλον καθώς διδάχτηκες λέγοντας «γενηθήτω το θέλημα σου εν εμοί» (πρβλ. Λουκ.κβ΄42).Και για κάθε πράγμα με τον ίδιο τρόπο να ζητάς να γίνεται το δικό του θέλημα.Γιατί θέλει ο Θεός το αγαθό κι αυτό, που συμφέρει στην ψυχή σου.Εσύ οπωσδήποτε δεν θα το ζητάς αυτό. Πολλές φορές στην προσευχή μου ζήτησα να γίνει αυτό, που εγώ νόμιζα καλό.
Και επέμεινα στο αίτημα εκβιάζοντας ασυλλόγιστα το θέλημα του Θεού μη αναθέτοντας σ'αυτόν να οικονομήσει ό,τι εκείνος ξέρει για συμφέρον μου. Και όμως, όταν έλαβα ό,τι ζητούσα δυσανασχέτησα πολύ,επειδή δε ζήτησα να γίνει μάλλον το θέλημα του Θεού.Δεν ανταποκρίθηκε δηλαδή στις προσδοκίες μου ό,τι του ζήτησα.

Αγιος Νείλος ο ασκητής

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

​Φόβος Θεού

Λοιπόν, όταν εσύ δεν αμαρτάνεις, δεν ψεύδεσαι, δεν κατακρίνεις, δεν πονηρεύεσαι κατά του πλησίον σου, τότε έχεις φόβο Θεού. Τότε είσαι σοφός και κατανοείς το Θεό, και για να μην Τον λυπήσεις δεν αμαρτάνεις. Και αυτή είναι η όραση του Θεού, και ο Θεός που βλέπει τα πάντα σε σκεπάζει από τις παγίδες του σατανά.
Όλες τις θλίψεις, παιδί μου, αν τις υπομένουμε, βρίσκουμε Χάρη παρά Κυρίου. Γι αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να μας δοκιμάζει και να μας πλέξει στεφάνους.
Παραιτήσου από το δικό σου θέλημα, για να βρεις ειρήνη ψυχής. Γιατί το θέλημα του ανθρώπου έχει γίνει χάλκινο τείχος και εμποδίζει το φωτισμό και την ειρήνη Όντως μέγα είναι, στ αλήθεια, το μυστήριο της υπακοής! Αφού ο γλυκύς μας Ιησούς πρώτος χάραξε το δρόμο και έγινε παράδειγμα για μας, πόσο μάλλον εμείς είμαστε οφειλέτες να Τον μιμηθούμε.
Ο μοναχός δεν αλλάζει τόπο κατοικίας, χρώμα ενδυμάτων και ιδίως νοημάτων. Ο μοναχός και η μοναχή αλλάζουν νουν και καρδιά μαζί. Δε σκέφτονται όπως οι κοσμικοί. Όλη η δύναμη της ψυχής είναι η προσευχή. Και καθώς το σώμα δυναμώνει με τις τροφές και τα διάφορα καρυκεύματα που του προσφέρουμε, έτσι και η ψυχή μας θέλει ευχή, ανάγνωση, λόγο προφορικό, να βλέπει παράδειγμα και έτσι λίγο-λίγο ξυπνάει Με πολλή απλότητα να πορεύεσαι, για να βρεις την καθαρότητα της ψυχής.
Η απλότητα είναι μεγάλη ευτυχία για την ψυχή. Τους μεν κανόνες οι άνθρωποι τους κατάργησαν, αλλά δεν τους κατάργησε ο Θεός. Μένουν, όπως τους έθεσαν οι Πατέρες και οι θείοι Απόστολοι. Επομένως να τους φυλάττουμε, αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, για να μη βρούμε αντιμέτωπο το Θεό να υπερασπίζει τους νόμους των αγαπητών Του δούλων.
Το στόμα σου αδιαλείπτως να μελετά την ευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με Με την ευχή, θα καθαρίσει ο νους σου και θα την κατεβάσει στην καρδιά και θα γίνει διαδρομή, ένωση νου, λόγου και καρδιάς, και θα γίνει Παράδεισος μέσα σου. Από τη στιγμή που αρχίζουμε να διαπράττουμε την αμαρτία γινόμαστε δούλοι των δαιμόνων.
Ο φιλάνθρωπος Θεός έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο και μας δίδαξε να μη μετέχουμε σε πράξεις αισχρές και δε σκεπτόμαστε σοβαρά τα θεία και σωτήρια λόγια Του. Δεν υπάρχει άλλη θυσία τόσο ευώδης προς το Θεό, όσο η αγνότητα του σώματος. Τίποτε άλλο δε μισεί τόσο ο Θεός, όσο την παράνομη ηδονική ακαθαρσία του σώματος.
Σ αυτή τη ζωή είναι αγώνας. Με τα ακάθαρτα πνεύματα πολεμάς, που δε σου ρίχνουν γλυκά και λουκούμια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχή, όχι σώμα.​

Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού 

Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού

Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο πλούτος είναι με­γάλο αγαθό. Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού. Ένας δίκαιος άνθρωπος, που για την αρετή του έχει πολλή παρρησία ενώπιον του Θεού, ακόμα κι αν είναι ο φτωχότερος απ' όλους, μπορεί ν' αντιμετωπίσει κάθε συμφορά. Στις περιπτώσεις που τα χρήματα είναι άχρηστα, ένας άγιος κατορθώνει τα ακατόρθωτα, φτάνει μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και να ζητήσει την επέμβαση του Θεού. Σας θυμίζω ένα χαρακτηριστικό σχετικό περιστατικό από τις Πράξεις των Αποστόλων:
Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν μια μέρα μαζί στο ναό. Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα προσευχής. Μπροστά στην πύλη του ναού, που λεγόταν ωραία, έφερναν έναν άνθρωπο εκ γενετής χωλό και τον έβαζαν εκεί κάθε μέρα για να ζητάει ελεημοσύνη. Μόλις, λοιπόν, είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους ζήτησε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος του είπε: «Κοίταξέ μας». Ο χωλός τους κοί­ταξε με προσοχή, περιμένοντας κάτι να πάρει απ' αυτούς. Μα ο Πέτρος είπε: «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω. Ό,τι όμως έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα!». Και πιάνοντάς τον από το δεξί χέρι, τον σήκωσε. Εκείνος τότε, μ' ένα πήδημα, στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Ύστερα μπήκε μαζί με τους αποστόλους στο ναό, δοξάζοντας το Θεό (Πράξ. 3:1-8). «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω», είπε ο Πέτρος. Ποιά λόγια είναι σεμνότερα απ' αυτά; Τί μακα­ριότητα και τί πλούτο κρύβουν μέσα τους! Άλλοι καμαρώνουν για τα αντίθετα, λέγοντας με καυχησιά: "Έχω τόσα και τόσα χρυσά τάλαντα, τόσα στρέμματα γης, τόσα σπίτια, τόσα ζώα". Ο Πέτρος, μην έχοντας απολύτως τίποτα, όχι μόνο δεν πνίγεται από τη φτώ­χεια του, αλλά και στολίζεται μ' αυτήν. Έτσι, λοιπόν, μπορείς, χωρίς να έχεις τίποτα, να τα έχεις όλα δικά σου΄ και έχοντας τα πάντα, να μην έχεις τίποτα. Γιατί όποιος θεωρεί την περιουσία του κοινή, όχι μόνο δική του, και τη μοιράζεται με τους άλλους, έχει και την ξένη περιουσία δική του, γιατί απ' όλους θα πάρει ό,τι χρειάζεται. Ενώ εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του κύριο των πραγμάτων του και δεν δίνει σε κανένα τίποτα, όχι μόνο δεν θα πάρει το παραμικρό από τους άλλους, μα ούτε και τα δικά του δεν κατέχει, αφού ανήκουν τελικά όχι τόσο σ' αυτόν, όσο στους κλέφτες και τους δανειστές και τους κληρονόμους.

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Άδεια αναδημοσίευσης:

Κάθε Αναδημοσίευση επιτρέπεται υπό τον όρο ότι θα γίνεται αναφορά προέλευσης του ληφθέντος περιεχομένου από τον παρόντα Ιστοτόπο με παραπομπή (link).