Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Κάρφωμα και ξεκάρφωμα

Ένας μεγάλος ζωγράφος που λεγόταν Γουλιέλμος Άχτερμαν είχε φτιάξει μια αριστουργηματική εικόνα της Αποκαθήλωσης. Σε αυτήν έχει ζωγραφίσει διάφορους ανθρώπους, να προσπαθούν να κατεβάσουν το σώμα του Χριστού από το σταυρό , όπως το έχουμε και στην εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή. Τότε βγάζουμε τα καρφιά και κατεβἀζουμε το σώμα του Χριστού από το Σταυρό. Εκεί λοιπόν, στην εικόνα αυτή πάει ένας άνθρωπος, την κοιτάζει και λέει:
- Παιδάκι μου, εδώ δεν είσαι συ;
- Ήταν ένα πρόσωπο φτυστό με την φάτσα του ζωγράφου.
- Ναι εγώ είμαι.
- Και πώς τον έβαλες τον εαυτό σου εκεί;
- Λέει ο Άχτερμαν:
- Να σου πω.. Μέχρι τώρα και εγώ Του κάρφωνα καρφιά του Χριστού. Με τις πράξεις μου. Κάθε πράξη για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής μου, ήταν και ένα καρφί στην καρδιά του Χριστού! Αλλά κάποια στιγμή το συναισθάνθηκα και είπα:
- Τέρμα! Πρέπει να αρχίσω να βγάζω κανένα καρφί από τα χέρια και τα πόδια του Χριστού.
Τουλάχιστον από εκείνα που του έβαλα εγώ.
Το προσπαθώ.
Και θα το προσπαθώ.

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος της Εκκλησίας λέει:
Σε όσο υψηλή πνευματική ζωή και αν φθάσουμε, αν δεν κάνουμε την καρδιά μας πονόψυχη, η πνευματική μας ζωή θα είναι ψεύτικη και υποκρισία! Ο άνθρωπος αρχίζει να έχει πονόψυχη καρδιά, τότε που αρχίζει να μην θέλει πια να βάλει και άλλα καρφιά στους άλλους, αλλά και να βγάλει εκείνα που σε εποχή πνευματικής καθίζησης έβαλε.

Πηγή: http://dakriametanoias.blogspot.gr/

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Η Ακολουθία της Ανάστασης και ο Εσπερινός της Αγάπης στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, 2015



Στιγμές από την ακολουθία της Ανάστασης και τον Εσπερινό της αγάπης έτσι όπως εορτάστηκαν στην Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, σύμφωνα με την αγιορείτικη τάξη και παράδοση.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Πάσχα στο Άγιον Όρος

Πάσχα στο Άγιον Όρος



Το DVD Πάσχα στο Άγιον Όρος κυκλοφόρησε η Αγιορειτική Ταινιοθήκη το έτος 2008.
Το DVD κυκλοφόρησε και από τη Μονή Χαματούρα με υποτιτλισμό στα αραβικά.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Χριστός κατελθών προς πύλην Άδου μόνος Λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα

Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής, στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή και οι υπόλοιπες, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού· και την επομένη μέρα απείχαν από κάθε δραστηριότητα λόγω της αργίας του Σαββάτου. Κατά το βαθύ όρθρο, όμως, της Κυριακής, η οποία ονομάζεται από τους Ευαγγελιστές «πρώτη Σαββάτου» και «μια Σαββάτων», δηλαδή πρώτη μέρα της εβδομάδος, μετά από τριάντα έξι σχεδόν ώρες από τη νέκρωση του ζωοδότη Λυτρωτή, έρχονται με νεκρώσιμα αρώματα στον τάφο. Και ενώ σκέπτονταν τη δυσκολία της αποκυλίσεως του λίθου από την είσοδο του τάφου γίνεται σεισμός φοβερός· και Άγγελος με αστραπηφόρα όψη και χιονόφωτη στολή, αφού αποκύλισε το λίθο και κάθισε πάνω σ’ αυτόν, έκανε τους φύλακες να τρομάξουν και τους έτρεψε σε φυγή. Οι γυναίκες, στο μεταξύ, αφού μπήκαν στον τάφο και δε βρήκαν το σώμα του Ιησού, βλέπουν δυο Αγγέλους λευκοφορεμένους, με αντρική μορφή, οι οποίοι αφού τους φανέρωσαν την ανάσταση του Σωτήρα, τις στέλνουν για να αναγγείλουν στους μαθητές την χαρούμενη είδηση. Σε μικρό χρονικό διάστημα φθάνουν στον τάφο ο Πέτρος με τον Ιωάννη, αφού έμαθαν τι έγινε από τη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως ήδη ειπώθηκε, αλλά μπαίνοντας μέσα βρίσκουν μόνο τα σάβανα. Γι’ αυτό ανέρχονται όλοι στη πόλη με χαρά, κήρυκες της ανάστασης του Χριστού, τον οποίον και είδαν πραγματικά ζωντανό πέντε φορές κατά τη σημερινή γιορτή. Αυτή την χαρμόσυνο Ανάσταση γιορτάζοντας σήμερα ασπαζόμαστε μεταξύ μας τον εν Χριστώ ασπασμό, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τη διακοπή της πρώτης έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και το Θεό και τη διαλλαγή του Θεού προς εμάς για άλλη μια φορά, διαλλαγή που έγινε φανερή με το πάθος του Σωτήρος. Και η εορτή ονομάζεται Πάσχα, έχοντας έτσι το ίδιο όνομα με το Πάσχα των Εβραίων, το οποίο, στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση• διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς μας διεβίβασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του διαβόλου στην ελευθερία και μακαριότητα. Και αυτή η μέρα της εβδομάδος, κατά την οποία έγινε η Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι η πρώτη από τις υπόλοιπες μέρες, επειδή, αφιερώθηκε στην τιμή του Κυρίου ονομάστηκε από το όνομα Του Κυριακή, και σ’ αυτή μετατέθηκε από τους Αποστόλους η αργία και η ανάπαυση της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου.

Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Χριστός Ανέστη


Όταν μας βλάψει κάποιος ζητάμε από τον Θεό να τον καταστρέψει.
Όταν βλάψουμε εμείς κάποιον ζητάμε από τον Θεό να μας συγχωρήσει.
Την ίδια ώρα που αυτός που βλάψαμε ζητάει από τον Θεό να μας καταστρέψει.
Τι δύσκολο πράγμα να είσαι Θεός ανθρώπων που δεν άκουσαν αυτό που είπες...  ΑΓΑΠΗ

Δεν με πειράζει αν γίνομαι γραφικός, αλλά δεν με κουράζει και να το λέω..

2 πακέτα μακαρόνια
1 κιλό ψωμί
¼ τυρί
1 κονσέρβα ντομάτες
½ κιλό κιμάς, έχουν δεν έχουν 7 ευρώ.
Με 7 ευρώ μπορούμε να κάνουμε κάποιον πεινασμένο πολύ χαρούμενο.
Μια σακούλα με όλα αυτά στην πόρτα του και φεύγουμε τρέχοντας μην μας δει.
Δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε τον άνθρωπο να ντραπεί αν μας συναντήσει αύριο στον δρόμο.
Λεφτά δεν έχει, αξιοπρέπεια έχει.
Όχι τίποτε άλλο.
Αλλά για να μπορούμε να κατεβάσουμε τις τεράστιες μπουκιές με το ψητό αρνί και όλα τα άλλα ορεκτικά {λες και μας έλειψε ποτέ η όρεξη} χωρίς τύψεις καθώς θα λέμε στους άλλους ότι γιορτάζουμε την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Του Θεού της αγάπης.

Πατήρ Ιωάννης

Ανέραστα τον Νυμφίο δεν γνωρίζεις...

Για να υπάρχει Νυμφίος πρέπει να υπάρξει νύμφη.
Και για να πραγματοποιηθεί συνάντηση χρειάζεται έρωτας.
Μα για να ερωτευθείς πρέπει να μην έχεις χάσει την καρδιά και ανθρωπιά σου, εκείνη την αρχαϊκή παραδείσια αίσθηση της ομορφιάς. Και δυστυχώς πολλές φορές στον χώρο της θρησκείας και όχι της εκκλησίας, ο έρωτας παρουσιάζεται ως  αμαρτία και ματαιότητα. Ενοχοποιείται, γιατί ο ένοχος ελέγχεται καλύτερα. Το όμως που αναδύεται  είναι, μπορεί ένας ανέραστος άνθρωπος να γνωρίσει τον Χριστό; Κάποιος που φοβάται να δοθεί, να αφεθεί, να τσαλακωθεί, να πέσει στα πατώματα, να κλάψει και να πενθήσει, μπορεί να αισθανθεί την παρουσία του Νυμφίου; Μονάχα η αγάπη ξέρει να δίνει χωρίς να ζητάει, να ζει χωρίς να υπολογίζει, να αφήνεται χωρίς να κρατιέται, να πεθαίνει για τον αγαπημένο της. Η εκκλησία του Χριστού, του Αγίου Πορφυρίου και Ισαάκ του Σύρου, μας λέει ότι για σωθείς, πρέπει να προσέξεις κάτι πολύ σημαντικό, να μην χάσεις την καρδιά και την ανθρωπιά σου. Πολλές φορές στην προσπάθεια μας να γίνουμε «πνευματικοί άνθρωποι» χάσαμε την ανθρωπιά μας. Αναζητώντας τον Θεό, χάσαμε τον άνθρωπο. Εάν δεν μάθεις να ερωτεύεσαι, να συνδέεσαι, να σχετίζεσαι, να αγαπάς και να μοιράζεσαι, να δίνεσαι και να ταπεινώνεσαι, δεν θα αναγνωρίσεις ποτέ στο πρόσωπο του Νυμφίου της Μεγάλης Εβδομάδος τον Χριστό. Θα βλέπεις τα κατορθώματα και τις πνευματικές αρετές σου. Τους νόμους και κανόνες που αρέσκεσαι να επιδίδεσαι ικανοποιώντας το "εγω" σου, μα δεν θα μάθεις ποτέ οτι "σε κάθε έρωτα ξαναζεί η εμπειρία της γεύσης του παραδείσου και της απώλειας του...."

π.λίβυος

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Πως σε κηδεύσω, Θεέ μου;

Αν ο θάνατος του κάθε ανθρώπου είναι μυστήριο μπροστά στο οποίο στεκόμαστε με απορία και πολλά ερωτηματικά, ο θάνατος του Θεανθρώπου είναι σκάνδαλο. Πώς πεθαίνει ο Θεός; Πώς η αυτοζωή νικάται από το θάνατο; Πώς ο δημιουργός κηδεύεται, φροντίζεται από τα δημιουργήματα;
Ο τάφος, μέσα στον οποίο τοποθετούμε το σώμα του αγαπημένου μας προσώπου, γίνεται ο τόπος συνάντησής μας μαζί του, εφόσον περιέχει το ένα από τα δύο συστατικά της ύπαρξής του. Εκεί αισθανόμαστε την παρουσία του και συγχρόνως τονίζεται η απουσία του. Ο πόνος, συνδυασμένος με αναμνήσεις, αυξάνεται τόσο που χωρίς την παρηγοριά του Θεού δεν αντέχεται.
Ο επιτάφιος του Χριστού, σε κάθε Ορθόδοξο ναό, γίνεται ο τόπος συνάντησής μας με τον Κύριο που πεθαίνει, όπως εμείς, που κηδεύεται, όπως εμείς. Εδώ όμως δεν υπάρχει πόνος! Η λύπη γίνεται χαρμολύπη και το πένθος χαροποιό. Εδώ κυοφορείται η Ζωή και ετοιμάζεται το «Ανάστα ο Θεός», που βεβαιώνει τη νίκη του θανάτου.
Όμως ο θάνατος και ο τάφος του Θεανθρώπου δεν είναι άσχετος με το δικό μας θάνατο και το δικό μας τάφο. Θανατώνεται για να θανατώσει το θάνατο, τον εχθρό του κάθε ανθρώπου. Έτσι, ο Επιτάφιος, σε κάθε Ορθόδοξο ναό, είναι το σημείο που συναντάται ο θάνατός μας με το θάνατό του Θεού μας. Τότε ο δικός μας θάνατος χάνει τη δύναμή του! Γιατί ποια σημασία μπορεί να έχει ο δικός μου θάνατος ή η δική μου ζωή μπροστά στο θάνατο και τη ζωή του Θεανθρώπου; Αφού Εκείνος, ως ο Κύριος της ζωής και του θανάτου, θέλησε να πορευτεί μέσω του θανάτου Του και να τον νικήσει, δεν θα νικήσει το δικό μας θάνατο;
Τοποθετώντας την εικόνα του Επιταφίου μέσα στα πολλά λουλούδια και τα μύρα, φροντίζοντας το Κουβούκλιο που την περιβάλλει να είναι στολισμένο ωραία, δείχνουμε την αγάπη μας προς τον Κύριό μας που μας αγάπησε «έως τέλους», μέχρι τον τάφο και τέλεια.
Μακάρι και η δική μας αγάπη να είναι «έως τέλους». Να μην είναι συναίσθημα και πρόσκαιρη, αλλά αληθινή και συνεχής, με το να ζούμε όπως θέλει Εκείνος, γιατί Εκείνος θέλει ό,τι εμείς στο βάθος θέλουμε κι έτσι το θέλημά Του είναι για μας χαρά.
Προσκυνώντας τον Επιτάφιο και περνώντας κάτω από αυτόν, θέλοντας να δείξουμε ότι πεθαίνουμε και ανασταινόμαστε μαζί με το Χριστό, ταπεινά ας Τον ευχαριστήσουμε για ό,τι καθημερινά μας χαρίζει και ό,τι κυρίως μας χάρισε με το σταυρό, τον τάφο και την Ανάστασή Του.

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Πηγή: http://isagiastriados.com/

Εγώ την Μεγάλη Παρασκευή κλείνομαι στο καλύβι

Στην γιορτή, για να νιώσει κανείς το γεγονός, δεν πρέπει να δουλεύει.
Την Μεγάλη Παρασκευή λ.χ., εάν θέλει να νιώσει κάτι, δεν πρέπει να κάνει τίποτε άλλο εκτός από προσευχή.
Στον κόσμο οι καημένοι οι κοσμικοί την Μεγάλη Εβδομάδα έχουν δουλειές.
Μεγάλη Παρασκευή να δίνουν ευχές.
Χρόνια πολλά...
Να ζήσετε...
Με μια νύφη...
Δεν κάνει!
Εγώ την Μεγάλη Παρασκευή κλείνομαι στο Καλύβι.

Γέροντας Παΐσιος

O σπουδαιότερος Άνθρωπος στην ιστορία...

O σπουδαιότερος Άνθρωπος στην ιστορία...
Δεν είχε υπηρέτες αλλά Τον αποκαλούσαν Κύριο...
Δεν είχε πτυχία αλλά Τον αποκαλούσαν δάσκαλο...
Δεν ήταν γιατρός αλλά Τον θεωρούσαν θεραπευτή...
Δεν είχε στρατό αλλά ακόμα και οι βασιλείς Τον φοβόντουσαν...
Δεν κέρδισε καμμία στρατιωτική μάχη αλλά κατέκτησε τον κόσμο...
Δεν διέπραξε κανένα έγκλημα αλλά παρ΄όλα αυτά Τον βασάνισαν και Τον σταύρωσαν.....

Χτύπα Εμένα…

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Η "εις τέλος" αγάπη

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, όπως και πάντοτε, ο Κύριος είχε μπροστά Του ως παρόντα, ζωντανά και πραγματικά, τα γε­γονότα του πάθους, του Σταυρού, της Αναστάσεως και της μεταβάσεώς Του «εκ του κόσμου τούτου προς τον πατέρα». Αυτά που σκέπτεται τώρα είναι η αγάπη Του προς τους Μαθητές Του και σ’ όλους τους «ιδίους» (=δικούς Του) που θα άφηνε στον κόσμο, να γίνει «εις τέλος», δηλαδή τέλεια, ολοκληρωμένη. Το ότι «εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών» και ως άνθρωπος πείνασε, δίψασε, κουράστηκε, καταδιώχτηκε, κήρυξε για τη Βασιλεία Του, γέμισε την Ιουδαία με θαύματα και έκανε όσα ήταν αναγκαία για να πιστέψουν οι άνθρωποι στον αληθινό Θεό, για τον Χριστό ήταν αγάπη προς τους «ιδίους», αλλ’ όχι «εις τέλος». Θα γίνει «εις τέλος», όταν καταργηθεί ο θάνατος για να ζήσει ο άν­θρωπος. Αυτός δε που μπορεί να τον καταργήσει νεκρώνοντάς τον, είναι ο Ίδιος, που είναι αυτοζωή.Ο θάνατος, ως φορέας της αμαρτίας, δεν έχει θέση στον Χρι­στό, που είναι απόλυτα αναμάρτητος. Γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να τον επιβάλει στον Χριστό, γιατί είναι πηγή της ζωής. Ούτε το Ιουδαϊκό Συνέδριο, ούτε ο Πιλάτος, αν δεν ήταν «δεδομένον άνωθεν». Ο Χριστός, αν ήθελε μπορούσε να τον αποφύγει. Θα ανέβει όμως στο Σταυρό και θα τον υποστεί εκουσίως διά φι­λανθρωπίαν «δι’ υμάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν». Για να τον καταργήσει από την ανθρώπινη φύση, για να ξαναβρεί ο άνθρωπος την «εν Θεώ» ζωή. Όταν «πάντες ζήσωμεν εν Αυτώ», αυτή είναι η αγάπη Του «εις τέλος». Είναι η «μείζων» αγάπη (=η πιο μεγάλη) κατά την οποία, αυτός που αγαπά, θυ­σιάζει και τη ζωή του «υπέρ των φίλων αυτού» (Ιω. 15, 13).
Επειδή ο θάνατός Του θα καταστεί «θανάτου νέκρωσις», «σπέρμα ζωής αιωνίου», γι’ αυτό τον ονομάζει «δόξαν» και «ύψωσιν». Αν μπορούσε να το ήξερε ο διάβολος, δεν θα Τον θανάτω­νε. Και όταν προσεύχεται και λέγει: «Πάτερ, δόξασόν σου τον Υίόν», σημαίνει, μη με εμποδίσεις να βαδίσω προς τον θάνατο. Όταν σταυρώνεται δοξάζεται, γιατί η ζωή Του θα γίνει ζωή των ανθρώπων. Και ο Πατέρας δοξάζεται για τον Υιό τον «εξ αυτού γεννηθέντα και ου ποιηθέντα» και που είναι όπως Αυτός: Αγαθός και φιλάνθρωπος, φως και ζωή και ανώτερος θανάτου. Γι’ αυτό στην προσευχή του Υιού, ο Πατέρας απαντά: «Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω».
Για να γίνει λοιπόν «εις τέλος» η αγάπη του Χριστού, πρέπει να ολοκληρωθεί η σωτηρία, ο άνθρωπος να ανέλθει στους ουρανούς και να πάρει τη θέση, για την οποία προοριζόταν, όταν δημιουργήθηκε από τον Θεό. Γι’ αυτό ο Χριστός είναι ανάγκη να «απέλθη» (Ιω. 16, 7) και να «μεταβεί στον Πατέρα» Του, για να του παρουσιά­σει την ανθρώπινη φύση, που βρισκόταν στο σκοτάδι της αμαρτίας και των παθών, φωτισμένη, απαστράπτουσα, αναστημένη, σωσμένη, μέσα από σταυρό και θάνατο, νικήτρια του θανάτου και γι’ αυτό δο­ξασμένη και θεωμένη. Θα μπορεί ο άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, να βλέπει διά παντός το πρόσωπο του Θεού και να βλέ­πεται από τον Θεό.
Και στη συνέχεια να χαρίσει αυτή την ελπίδα και τη χαρά στον κάθε άνθρωπο ότι είναι δυνατή η σωτηρία· ότι μπορεί ο άνθρωπος να τελειωθεί και να γίνει θεός «κατά χάριν» και να ανέλθει εκεί, όπου «πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς» (Εβρ. 6, 20). Για το σκοπό αυτό ο Κύριός μας είναι Αρχιερέας μας προς τον Πατέρα, αλλά και παράκλητος για τον καθένα μας και «ιλασμός περί των αμαρτιών ημών».

Παύλου Μουκταρούδη, Θεολόγου

Η συμπεριφορά του Ιησού προς τον Ιούδα

                                                                            [Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης]
Τι απαντά λοιπόν προς αυτόν ο Σωτήρας;
«Συ το είπες».
Με φωνή γεμάτη από μακροθυμία έλεγξε τη σκηνοθεσία του πονηρού.
Μπορούσε βέβαια να πει προς αυτόν:
Τι λες σιχαμερέ και πονηρέ;
ΤΙ λες, δούλε των χρημάτων και γνήσιε συνεργάτη του διαβόλου;
Τολμάς να υποκρίνεσαι άγνοια;
Τολμάς να κρύβεις εκείνα που δεν μπορούν να κρυβούν;
Μήπως δεν το ήξερα που κατέστρωνες τα πανούργα σχέδιά σου εναντίον της θεότητας;
Μήπως δεν σε είδα με τον οφθαλμό της θεότητας να επισκέπτεσαι τους αρχιερείς;
Μήπως δεν σε άκουα, αν και ήμουν απών, να λες,
"Τί θέλετε να μου δώσετε, για να σας παραδώσω αυτόν;" (Ματθ. 26, 15).
Μήπως δεν γνωρίζω και πόσο με πούλησες;
Γιατί λοιπόν μετά τον έλεγχο εξακολουθείς να δείχνεις την ίδια αδιαντροπιά;
Γιατί προσπαθείς να καλύψεις εκείνα που θέλεις να κάνεις;
Σ’ εμένα όλα είναι φανερά.
Ενώ μπορούσε έτσι ν’ απαντήσει ο Χριστός, όμως δεν μίλησε έτσι, αλλά μίλησε με απλότητα, ανεξικακία και καλωσύνη, «Συ το είπες», διδάσκοντάς μας έτσι πως να συμπεριφερόμαστε προς τους εχθρούς μας.
Όμως μετά από τόση θεραπεία εξακολούθησε ο Ιούδας να ασθενεί, όχι όμως εξαιτίας της αδιαφορίας του ιατρού, αλλ’ εξαιτίας της αδιαφορίας του ασθενή. Διότι ο Κύριος του πρόσφερε όλα τα φάρμακα της σωτηρίας, όμως αυτός δεν θέλησε να τη δεχθεί, αλλά, γνωρίζοντας μόνο τη φιλαργυρία, αγάπησε περισσότερο τον χρυσό παρά τον Χριστό, και έγινε αγαπητός και προσιτός σ’ εκείνους που του πρόσφεραν το μισθό.
«Και, αφού πλησίασε ο Ιούδας, είπε στο Χριστό: “Χαίρε, δάσκαλε”, και τον φίλησε» (Ματθ. 26, 49). Παράξενος αυτός ο τρόπος της προδοσίας, που συνοδεύεται από φίλημα και προσφώνηση. «Ο Ιησούς τότε είπε σ’ αυτόν· Φίλε, γιατί ήρθες;» (Ματθ. 26, 50). Γιατί μου λες να χαίρομαι, τη στιγμή που προτίμησες να με λυπήσεις; Γιατί με τα λόγια ενδιαφέρεσαι για μένα, ενώ με πληγώνεις με τις πράξεις σου; Με ονομάζεις δάσκαλο, ενώ δεν είσαι μαθητής; Γιατί καταχρηστεύεις τους κανόνες της αγάπης; Γιατί κάνεις σύμβολο προδοσίας το σύμβολο της ειρήνης; Ποιόν μιμήθηκες και έκανες αυτό; Έτσι είδες προηγουμένως την πόρνη να φιλά τα πόδια μου; Έτσι είδες τους δαίμονες να υποτάσσονται; Γνωρίζω ποιος σου υπέδειξε την οδό του δολερού φιλήματος: Ο διάβολος σε συμβούλεψε τον τρόπο αυτού του εναγκαλισμού, και συ πείσθηκες στα λόγια του κακού συμβούλου και πραγματοποιείς το θέλημά του.
«Φίλε, γιατί ήρθες;» Πραγματοποίησε τις κακές συμφωνίες που έχεις κάνει με τους Φαρισαίους. Εκτέλεσε το συμβόλαιο της πωλήσεως. Υπόγραψε εκείνο που υπαγόρευσες. Παράδωσε Εκείνον που εκούσια παραδίδεται. Απόκτησε πλέον μαζί με το βαλάντιο των χρημάτων και το βαλάντιο της αδικίας. Παραχώρησε τη θέση σου στο ληστή που πρόκειται να την πάρει με την ομολογία του, εκείνη που έχασες εσύ με την προδοσία.
«Τότε πλησίασαν τον Ιησού και τον συνέλαβαν» (Ματθ. 26, 50). Και έτσι πραγματοποιούνται τα προφητικά εκείνα λόγια· «Με περικύκλωσαν όπως οι μέλισσες την κηρήθρα και κατακάηκαν όπως καίγονται τα αγκάθια από τη φωτιά» (Ψαλμ. 117, 12), και αλλού πάλι «Με περικύκλωσαν πολλοί σκύλοι, και με απέκλεισαν όπως οι καλοθρεμμένοι ταύροι» (Ψαλμ. 21, 17). Αλλ’ όμως πόσο μεγάλη είναι η ανεξικακία, που ταιριάζει μόνο σ’ Αυτόν. Στον ουρανό τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ δεν τολμούν να αντικρύσουν την υπερβολική δόξα Του και γι’ αυτό με τις πτέρυγές τους, σαν ακριβώς με χέρια, καλύπτουν τα πρόσωπά τους. Στη γη, ανεχόταν το σώμα Του να συλληφθεί, από χέρια παράνομα.Είδατε Ποιού μακρόθυμου και φιλάνθρωπου Κυρίου δούλοι γίνατε; Γίνεσθε λοιπόν τέτοιοι προς τους εχθρούς σας, τους συνδούλους σας, όπως είδατε τον Κύριο να συμπεριφέρεται προς τους εχθρούς Του. Διότι πρόκειται και σεις να προσκληθείτε σε πνευματικό δείπνο. Πρόκειται να καθίσετε σ’ αυτό μαζί με τον Κύριο. Ας μη βρεθεί ανάμεσά σας κανένας Ιούδας ως προς τη συμπεριφορά. Όλοι πλησιάστε την Τράπεζα με γαλήνη και ειρήνη. Όλοι ας τρέξουμε κοντά στον Σωτήρα με καθαρή συνείδηση. Διότι Αυτός είναι η νηστεία των πιστών και το συμπόσιο. Αυτός είναι ο χορηγός της τροφής και η ίδια η τροφή. Αυτός είναι ο Ποιμένας και το πρόβατο. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Στην προδοσία του Ιούδα

Πραγματικά δεν έχω τι να πω για τη σημερινή πανήγυρη. Διότι η μεν πανήγυρη παρακινεί τη γλώσσα μου στο να κατηγορήσω τον Ιούδα, ενώ η φιλανθρωπία του Σωτήρα μου την γυρίζει πίσω. Και είμαι κυριευμένος από αυτά τα δύο, από μίσος εναντίον του προδότη, και αγάπη για τον Κύριο. Το μίσος όμως το νικάει η αγάπη, διότι είναι μεγαλύτερη και δυνατότερη. Γι’ αυτό, αφήνοντας κατά μέρος τον προδότη, εξυμνώ τον ευεργέτη, όχι όσο είναι άξιος, αλλ’ όσον επιτρέπουν οι δυνάμεις μου να Τον εξυμνήσω.Πώς άφησε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη; Πώς Εκείνος που γεμίζει ολόκληρη την κτίση, ήρθε προς εμένα, και έγινε για χάρη μου άνθρωπος σαν και μένα; Πώς πήρε μαθητή Του εκείνον που γνώριζε ότι θα γίνει προδότης και έδωσε εντολή στον εχθρό Του να Τον ακολουθεί σαν φίλος; Πώς δεν Τον ενδιέφερε η προδοσία, αλλά φρόντιζε για τη σωτηρία εκείνου που θα Τον πρόδιδε; Διότι, λέγει, «Όταν βράδιασε καθόταν ο Ιησούς μαζί με τους δώδεκα μαθητές Του και ενώ έτρωγαν αυτοί, είπε· Αλήθεια σας λέγω, ένας από σας θα με παραδώσει» (Ματθ. 26, 20-21). Προείπε την προδοσία γιό να εμποδίσει την παρανομία· τον προείπε χωρίς ν’ αναφέρει το πρόσωπο του προδότη, αλλά δεν μπόρεσε αυτό ν’ αποτρέψει την παρανομία του μαθητή, αυτή που αγνοούσαν εκείνοι που κάθονταν στο ίδιο τραπέζι. Ποιός είδε τέτοια φιλανθρωπία κυρίου; Και προδίνεται και αγαπά τον προδότη. Ποιός περιφρονείται και δείχνει ευσπλαχνία; Ποιός πουλιέται και κάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον κακό έμπορο, δείχνοντας όλη τη φροντίδα του προς εκείνον που τον επιβουλεύεται;
«Και ενώ έτρωγαν αυτοί, είπε· αλήθεια σας λέγω, ότι ένας από σας θα με παραδώσει». Σαν άνθρωπος έτρωγε και σαν Θεός μιλούσε για το μέλλον. Για χάρη μου κάνει εκείνα που ταιριάζουν στη φύση μου. Επειδή όλοι οι μαθητές ταράχθηκαν με τα λόγια αυτά και δέχονταν τους φοβερούς ελέγχους της συνειδήσεώς τους και μετέτρεψαν την ώρα του δείπνου σε ώρα λύπης, λέγοντας ο καθένας, «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 22), θέλοντας με τα λόγια της ερωτήσεως, να βρουν την ησυχία από την κακή υπόνοια, καθησυχάζοντας ο Σωτήρας τις ψυχές εκείνων που ήταν άδικα ταραγμένοι, φανερώνει με την απάντηση τον αγνοούμενο: «εκείνος που βούτηξε», λέγει, «μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με παραδώσει. Και ο Υιός του ανθρώπου βέβαια πηγαίνει όπως είναι γραμμένο γι’ αυτόν, αλλοίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο από τον οποίο παραδίνεται ο Υιός του ανθρώπου θα ήταν καλύτερα γι’ αυτόν τον άνθρωπο εάν δεν είχε γεννηθεί» (Ματθ. 26, 23-24).
Βοηθάει εκείνον που δεν θέλει να βοηθήσει τον εαυτόν του, λυπάται εκείνον που δε λυπήθηκε τη ψυχή του. Επέμενε να δείχνει το ενδιαφέρον για εκείνον που από παλιά αδιαφόρησε για τον εαυτό του, δίνοντας και σ’ εκείνον την ευκαιρία για μετάνοια, και καθησυχάζοντας την αγωνία των υπολοίπων μαθητών. Όμως καθόλου καλύτερος δεν έγινε με όλα αυτά ο προδότης.
Έπρεπε δηλαδή αυτός μετά από τα φοβερά εκείνα λόγια να φύγει αμέσως από το δείπνο. Έπρεπε να ζητήσει τη μεσολάβηση των Μαθητών. Έπρεπε να γονατίσει και ν’ αγκαλιάσει τα γόνατα του Σωτήρα και να Τον παρακαλέσει μ’ αυτά περίπου τα λόγια: «αμάρτησα, φιλάνθρωπε, αμάρτησα, παρανόμησα, πωλώντας για λίγο τίμημα τον ατίμητο μαργαρίτη. Παρανόμησα παραδίνοντας για λίγα χρήματα τον αδαπάνητο πλούτο. Συγχώρησε εμένα τον έμπορο της ζημιάς και της απώλειας. Συγχώρησέ με που ο λογισμός μου κυριεύθηκε από τον χρυσό. Συγχώρησέ με που εξαπατήθηκα πολύ ελεεινά από τους Φαρισαίους». Τίποτε από τα λόγια αυτά δεν είπε ούτε σκέφθηκε. Αντίθετα με σκληρή φωνή φανέρωνε τη θρασύτητα της ψυχής του λέγοντας: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;» (Ματθ. 26, 25).
Πω, πω αδιαντροπιά γλώσσας, πω, πω ψυχή σκληρή. Ρωτάει σαν να μη γνωρίζει εκείνα που ο ίδιος μελέτησε, και νόμιζε ότι διαφεύγουν την προσοχή του «ακοίμητου οφθαλμού». Στη ψυχή του φύλαγε τη δολιότητα και με τη γλώσσα πρόφερε τα λόγια εκείνα που έδειχναν άγνοια. Με τη σκέψη διέπραξε την προδοσία, και με το στόμα, όπως νόμισε, έκρυβε την αμαρτία. Χρησιμοποίησε τα ίδια λόγια με τους άλλους Μαθητές. Δεν χρησιμοποίησε όμως και την ίδια συμπεριφορά. Ενώ ήταν λύκος ως προς τις προθέσεις, απάντησε με τη φωνή των προβάτων.
                                                                                                                                        [Συνεχίζεται]
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Παιδική Πασχαλιά "τι χαρά, τι αγαλλίασις"

                                                           «Πασχαλινά Διηγήματα»
                                                        Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Είναι Μεγάλη Πέμπτη πρωί.
Μόλις εγύρισαν από την εκκλησίαν, όπου όλα τα μέλη της οικογενείας του καπετάν Κομνηνού εκοινώνησαν. Η καλή μητέρα ανασκουμπώνεται και αρχίζει να βάφει τα αυγά.
Έπειτα έρχονται εις την θύραν δύο – δύο τα παιδιά του χωριού. Κρατούν υψηλὸν καλάμινον σταυρόν, στεφανωμένον με τριαντάφυλλα, με δενδρολίβανον και με πολύχρωμα αγριολούλουδα· ψάλλουν δε το άσμα:
Βλέπεις εκείνο το βουνό, που φαίνεται από πέρα;
Εκεί σταυρώσαν το Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Σύρε, μητέρα μ’, στο καλό και στην καλή την ώρα
Κι εμένα να με καρτερείς το Σάββατο το βράδυ,
Όταν σημαίνουν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες,
Τότε και συ, μανούλα μου, θα ᾽χεις χαρές μεγάλες.
Αλήθεια, τι μεγάλαι χαραὶ δι’ όλους!
Και η καλή μητέρα προθυμότατα δίδει από δύο κόκκινα αυγά εις όλα τα παιδιά. Τι ευτυχία!
Έπειτα η μητέρα αρχίζει να, ζυμώνει. Πλάθει αρκετές κουλούρες με αυγά δια τον άνδρα της, δια την πεθεράν της και δια τον εαυτόν της. Επίσης μικρές «κοκκώνες» δια τα μικρά τέκνα της, την Μόρφω και τον Ευαγγελινόν, δια τα αναδεξίμια της και δια τα πτωχά παιδιά της γειτονιάς.
Αλλά μετά το μοίρασμα ο μικρός Ευαγγελινὸς έχει παράπονα και κλαίει, διότι δεν είναι αρκετά μεγάλη η κοκκώνα του. Η μητέρα δίδει εις τον Ευαγγελινὸν άλλην να διαλέξει, αλλ’ αυτός δεν ημερώνει. Το βέβαιον είναι, ότι τας θέλει όλας δια τον εαυτόν του.
Και τότε η καλή μητέρα τον παρηγορεί:
-Το Σάββατο βράδυ θα ᾽ρθει κρα – κρα η κουρούνα να φέρει κρέας, τσι – τσι, και τότε θα ιδείς χαρές που θα ᾽χεις, σαν ακούσεις κρα – κρα την κουρούνα να χτυπάει το παραθύρι:
"Πάρε, Ευαγγελινέ, το τυρί, πάρε και το τσι – τσι να φάτε!"
Και ο μικρός ψιθυρίζει και αυτός:
-Θα ᾽θει κουούνα να φέρει τσι – τσι.
Και την Μεγάλην Παρασκευὴν κατά την δύσιν του ηλίου η μητέρα οδηγεί τα δύο παιδιά εις την εκκλησίαν. Τα μικρά κάμνουν τον σταυρόν των εμπρός εις το ανθοστόλιστον κουβούκλιον και ασπάζονται με ευλάβειαν τον μυρωμένον Επιτάφιον.
Κατόπιν ασπάζονται το αργυρόχρυσον Ευαγγέλιον με τ’ αγγελούδια και τον Σταυρόν. Τέλος περνούν τρεις φοράς κάτω από τον Επιτάφιον.
Τι χαρά, τι δόξα!
Ολίγην ώραν μετά τα μεσάνυχτα της Μεγάλης Παρασκευής προς τα εξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου, η μητέρα εξυπνά τον Ευαγγελινὸν και την Μόρφω· και ενώ σημαίνουν οι καμπάνες, πηγαίνουν εις την εκκλησίαν, όπου ακούουν το «Ω, γλυκύ μου έαρ!» και άλλα ακόμη ωραία άσματα.
Έπειτα οι πιστοί όλοι με αναμμένας λαμπάδας εξέρχονται εις το ύπαιθρον, κάτω από το γλυκύ φέγγος της σελήνης, ενώ η αυγή αρχίζει να ροδίζει.
Ακολουθούν όλοι τον Επιτάφιον, που περιφέρεται με τας λαμπάδας αναμμένας. Ελαφρόν αεράκι κινεί ήρεμα τας φλόγας των κηρίων, χωρίς να τας σβήνει. Η άνοιξις στέλλει τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα Χριστόν, ωσάν να ψάλλει και αυτή:
-Ω, γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον!
Και τα παιδιά, που προχωρούν εμπρός από τον Επιτάφιον, κράζουν μεγαλοφώνως:
-Κύριε ελέησον! Κύριε ελέησον! Κύριε ελέησον!
Ύστερον ανέτειλε πλέον ο ήλιος του Μεγάλου Σαββάτου. Ο Ευαγγελινὸς εξύπνησεν από τα βελάσματα του αρνίου, το οποίον ηγόρασε δια το Πάσχα ο πατέρας του.
Ο Ευαγγελινὸς και η Μόρφω εξήλθον εις το προαύλιον. Τι ωραίον, τι ήμερον, τι λευκόμαλλον που είναι το αρνί και πως βελάζει το καημένο: «μπε – μπε!».
Την εσπέραν έφερεν ο πατέρας τας πασχαλινάς λαμπάδας. Τι χαρά! Φαντασθήτε ωραίας, μικράς λαμπάδας με άνθη τεχνητά, με χρυσόχαρτα. Ο Ευαγγελινός πάλιν θέλει να πάρει την λαμπάδα της αδελφής του λέγων:
-Εκείνη είναι μεγαλύτερη.
Η μητέρα του την έδωσεν. Αλλ’ ο μικρός την έσπασεν, εκεί όπου έπαιζε με αυτήν. Τέλος έσπασε και την ιδικήν του και ύστερον έβαλε τα κλάματα. Ο πατέρας του ηγόρασεν άλλην, αφού τον υπεχρέωσε να υποσχεθεί, ότι δεν θα την πάρει εις το χέρι του έως τα μεσάνυκτα, όταν θα υπάγουν εις την Ανάστασιν.
Ο μικρός απεκοιμήθει κλαίων και χαίρων.
Μετά τα μεσάνυκτα ήλθεν επί τέλους η ώρα της λαμπράς Αναστάσεως. Ήστραψεν όλη η εκκλησία, ήστραψε και η πλατεία από το φως των κηρίων. Τα παιδιά αρχίζουν να καίουν με κρότον σπίρτα και μικρά βαρελότα.
Έπειτα τα μικρά παιδιά, αγοράκια και κοριτσάκια έως τεσσάρων ετών, στέκονται γύρω από τα δύο αναλόγια και πλησίον εις το εικονοστάσιον και αρχίζουν να παίζουν, να στάζουν σταγόνας από τας λαμπάδας των και να τσουγκρίζουν τα αυγά των.
Ένα κοριτσάκι και ένα αγοράκι πέντε ετών αρχίζουν να φιλονικούν:
-Η δική μου λαμπάδα είναι μεγαλύτερη.
-Όχι, η δική μου.
-Εμένα ο πατέρας μου την εδιάλεξε και είναι πιο καλή.
-Εμένα η μάννα μου την εστόλισε μοναχή της.
-Και ξέρει να κάνει λαμπάδες η μάννα σου;
-Όχι, δεν ξέρει; Αμ’ τι θαρρείς;
-Τέτοια παλιολαμπάδα!
Και η φιλονικία προχωρεί. Τέλος σπάζουν και οι δύο τας λαμπάδας των και καταλήγουν εις τα κλάματα.
Το απόγευμα πάλιν, αφού εψάλη η Δευτέρα Ανάστασις και έγινεν η Αγάπη, εξήλθον όλοι εις την πλατείαν.
Ύστερον η μητέρα στρώνει την τράπεζαν εις την οικίαν και βάζει τα αυγά τα κόκκινα και το τυρί, που είχε φέρει η κουρούνα, και το αρνί το ψημένο. Τα παιδιά, κάθηνται εις την τράπεζαν και αρχίζουν να τσουγκρίζουν τα αυγά των.
Τι χαρά, τι αγαλλίασις!

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Δ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ Γ. ΜΕΓΑ, Κ. ΡΩΜΑΙΟΥ Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΑΘΗΝΑΙ 1959

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Το μυστήριο του ευχελαίου

Σήμερα, Μεγάλη Τετάρτη, στους ναούς τελείται το μυστήριο του Ευχελαίου.
Το μυστήριο του Ευχελαίου στηρίζεται στα λόγια ενός Αποστόλου, του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου: “ Όταν κάποιος ανάμεσά σας είναι ασθενής, να καλεί τους πρεσβυτέρους (ιερείς) κι αυτοί να προσεύχονται γι’ αυτόν και να τον αλείφουν με λάδι στο όνομα του Ιησού Χριστού. Η γεμάτη πίστη προσευχή θα θεραπεύει τον άρρωστο. Ο Κύριος θα τον κάνει καλά. Κι αν έχει κάμει αμαρτίες θα του συγχωρούνται” (Επιστολή του Ιακώβου, ε΄14-15).Βασισμένη σ’ αυτή την προτροπή η Εκκλησία μας από τα πρώτα της χρόνια τελεί το Μυστήριο του Ευχελαίου. Υπάρχουν ειδικές ευχές (προσευχές) με τις οποίες ο ιερέας παρακαλεί τον Θεό να ευλογήσει το λάδι (το οποίο έχουμε σε ένα καντήλι) και να το κάνει ιαματικό, θεραπευτικό. Ύστερα λέγοντας: “Εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος” αλείφει μ’ αυτό τον ασθενή χριστιανό, ο οποίος δέχεται να χριστεί γεμάτος πίστη στο Θεό κι ελπίδα ότι Εκείνος θα του χαρίσει τη θεραπεία. Το λάδι δεν έχει μαγική δύναμη. Η πίστη του Χριστιανού κερδίζει την ευλογία του Θεού και τη θεραπεία. Γνωρίζουμε από την Καινή Διαθήκη ότι πολλές φορές στην επίγεια ζωή Του ο Κύριος με θαυμαστό τρόπο χάριζε την υγεία σε πάσχοντες ανθρώπους, αλλά πάντοτε περίμενε να δει την πίστη τους. Και πολλές φορές μετά τη θεραπεία τούς έλεγε: “Η πίστη σου σε έσωσε”.
Η αρχαία τάξη όριζε να τελείται το Ευχέλαιο από επτά ιερείς.
Ωστόσο σήμερα και ένας ιερέας μπορεί να τελέσει το Μυστήριο.
Όπως και όλα τα Μυστήρια, είναι σωστό να τελείται στο ναό.
Αν όμως κάποιος είναι βαριά άρρωστος και δεν μπορεί να μετακινηθεί, μπορεί να καλέσει τον ιερέα και να τελεστεί το Ευχέλαιο στο σπίτι του. Αν γίνει το Ευχέλαιο στο σπίτι μας, πρέπει να ετοιμάσουμε ένα καντηλάκι, ένα δοχείο με σιτάρι ή αλεύρι στο οποίο θα βάλουμε επτά κεριά και δίπλα μια εικόνα του Χριστού. Το Ευχέλαιο τελείται αποκλειστικά σε περίπτωση ασθενειών, σωματικών ή ψυχικών, και όχι  για να ευλογήσουμε ένα καινούριο σπίτι ή έτσι, για να πάει καλά η ζωή μας. Γι’ αυτές τις περιπτώσεις η Εκκλησία έχει άλλες ακολουθίες.

Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Η αγιότητα της πόρνης και η δική μας πορνεία

«Τη αγία και Μεγάλη Τετάρτη, της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν,  ότι προ του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονε».
Απλά και κατατοπιστικά το Συναξάρι της ημέρας μας παρουσιάζει την αγιότητα μιας πόρνης και την προφητική της πράξη. Ως πόρνη  απέτυχε, αφού τώρα, μπροστά στο Χριστό, δεν πουλά το σώμα της αλλά προσφέρει τα λεφτά της για ν’ αγοράσει, όχι για τον εαυτό της, το πολύτιμο μύρο. Η κίνηση αυτή τη φέρνει κοντά στον Άγιο των αγίων, Τον αγγίζει και παίρνει από την αγιότητά Του. Και ακόμα, μ’ αυτή την κίνηση προαναγγέλλει το Πάθος και την Ταφή του Σωτήρα – αφού ο Χριστός κηδεύεται ως Ιουδαίος με μύρα. Γίνεται έτσι το σημείο που θα δείχνει τη δυναμική τής μετάνοιας και τη δύναμη του Χριστού, ώστε να μεταποιεί τις πόρνες σε αγίες με μεγάλα χαρίσματα.
Η περίπτωση «της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός», όπως περιγράφεται στο Ευαγγέλιο, κρίνει συγχρόνως και όλους  εμάς που αυτοαπατόμαστε ότι η πορνεία δεν μας αγγίζει κι ότι πλησιάζουμε το Χριστό, κυρίως στη Θεία Κοινωνία, με καθαρότητα και αγνότητα.
Το Κοντάκιο της ημέρας, με ειλικρίνεια και εξομολογητικά, λέει στο Χριστό πως «ανομήσας υπέρ την πόρνην, δακρύων όμβρους ουδαμώς σοι  προσήξα». Δηλαδή «ενώ αμάρτησα παραπάνω από την πόρνη, ποταμούς δακρύων καθόλου δεν σου πρόσφερα». Γιατί ο ψαλμωδός ξέρει ότι υπάρχει σωματική, ψυχική και πνευματική πορνεία.
Η σωματική πορνεία είναι η ένωση των σωμάτων χωρίς τη ψυχή, όπου ο άλλος γίνεται αντικείμενο, χρησιμοποιείται εγωκεντρικά χωρίς αγάπη και άρα χωρίς σχέση και πληρότητα. Σε τέτοια ένωση, ασφαλώς, ο Θεός είναι απών.
Η ψυχική πορνεία διενεργείται στο βάθος της καρδιάς κι ας μην ενεργοποιείται το σώμα. Ο λόγος του Χριστού «πας  ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμείσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού», αποκαλύπτει την πραγματικότητα  της εσωτερικής αμαρτίας, που φυγαδεύει την ειρήνη και μολύνει το νου και την καρδία.
Η πνευματική πορνεία κατανοείται στο σημείο που βιώνουμε την ύπαρξή μας σε σχέση με το Χριστό ως νυμφίο και εραστή της ψυχής μας. Άρα, «κάθε παρέκκλιση του νου  και της καρδίας  από την  αγάπη Του εκλαμβάνεται ως πορνεία», κατά τον όσιο Γέροντα Σωφρόνιο του Essex. Αυτή την «εκλεπτυσμένη πορνεία» κατανοούν οι άγιοι ως εραστές του Χριστού, γι’ αυτό και οδύρονται μετά δακρύων και πόνων όταν, ακόμα και με τον λογισμό, παρεκκλίνουν ενσυνείδητα.
Η Μεγάλη Τετάρτη, με τα μηνύματα που εκπέμπει, γίνεται, μαζί με τις άλλες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας ένα δυνατό σπρώξιμο για να αποφασίσουμε, ό,τι και να ’χουμε κάμει στη ζωή μας, όπως και να έχουμε ζήσει, όποια μορφή πορνείας και να έχουμε διαπράξει, να αρπάξουμε το χέρι του Αναστημένου Χριστού και να γευτούμε, με την ειλικρινή μετάνοια ως αλλαγή ζωής, την ανεκλάλητη χαρά της ανάστασής μας.

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Μεγάλη Τρίτη

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναβαλούσαν τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι  προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι, λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ.
Κάμφθητί μοι προς τούς στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις΄ ων εν τω παραδείσῳ Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβῳ εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το μέγα έλεος.

Μετάφραση από τον Κωστή Παλαμά
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά, πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου. Μα, Ω Κύριε, πώς η θεότη Σου μιλά μέσ’την καρδιά μου! Κύριε, προτού Σέ κρύψ’η εντάφια γη από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα κι απ’της λατρείας την τρίσβαθη πηγή Σού φέρνω μύρα.
Οίστρος με σέρνει ακολασίας... Νυχτιά, σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει, το σκοτάδι της αμαρτίας΄ φωτιά με καίει, με λιώνει.
Εσύ που από τα πέλαα τα νερά τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου, κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά τα δάκρυά μου.
Γύρε σ’ εμέ.
Η ψυχή μου πώς πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί και σάρκα επήραν.
Στ’άχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά μου Εσύ θα πέσω και θα στα φιλήσω και με της κεφαλής μου τα μαλλιά θα στα σφουγγίσω.
Τ’άκουσεν η Εύα μέσ’στο αποσπερνό της παράδεισος φως ν’αντιχτυπάνε, κι αλαφιασμένη κρύφτηκε...
Πονώ, σώσε, έλεος κάνε.
Ψυχοσώστ’, οι αμαρτίες μου λαός΄ τα ξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύση;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.
Η Κασσιανή θεωρείται και είναι από τους σημαντικότερους υμνογράφους της εκκλησίας. Ζει στην Κωνσταντινούπολη, κατά τον 9οαιώνα, κατάγεται από οικογένεια ευγενών αριστοκρατών της εποχής, γεγονός που της επιτρέπει να αποκτήσει υψηλή μόρφωση, κυρίως θεολογική και φιλολογική. Σε νεαρή ηλικία αποφασίζει να μονάσει σε μοναστήρι της περιοχής της Κωνσταντινούπολης και εκεί αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην εκκλησιαστική ποίηση και υμνογραφία.
Το Δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου της Μ. Τετάρτης αποτελεί έναν από τους ωραιοτέρους ύμνους της εκκλησίας και υπενθυμίζει κατά πολύ τον 50ο ψαλμό, γνωστό, ως τον ψαλμό της μετανοίας: «Ἐλέησόν με ὁ Θεός». Ο ύμνος αναφέρεται σε γεγονός που εξιστορούν οι ευαγγελιστές και κατά τον οποίο η πόρνη πλένει τα πόδια του Ιησού με μύρον πολύτιμο, με τά δάκρυά της και εν συνεχεία τα σφουγγίζει με τα μαλλιά της. Η εικόνα παρουσιάζεται βέβαια εξειδανικευμένη, ο στόχος, όμως είναι να υπογραμμισθεί το γεγονός της μετάνοιας για τον άνθρωπο. Το περιστατικό υπενθυμίζει ένα άλλο ανάλογο γεγονός, κατά το οποίο οι Φαρισαίοι ζητούν από τον Ιησού να πάρει θέση έναντι μιας γυναίκας που είχε διαπράξει μοιχεία. Ο Ιησούς αφού έσκυψε και πήρε την πέτρα του λιθοβολισμού, την έτεινε προς τους «αγανακτισμένους» για την αμαρτία της γυναίκας ζηλωτές και τιμωρούς Ιουδαίους, λέγοντάς τους: «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω».
Στην Ορθόδοξη θεολογία, η αμαρτία ταυτίζεται με την αστοχία. Ο άνθρωπος αποτυγχάνει με τις πράξεις του να πετύχει το στόχο του που δεν είναι άλλος παρά το πέρασμα από το κατ’εικόνα Θεού στο καθ’ομοίωσιν, στη θέωση. Αντιλαμβανόμενος ότι αστόχησε, επανεξετάζει την στάση του σε προσωπικό, ατομικό, κοινωνικό και κοσμικό επίπεδο και αναζητεί τρόπους αλλαγής της συμπεριφοράς του. Αλλάζει λοιπόν σκέψη, μυαλό για τη χρήση της δημιουργίας από τον ίδιο και μετα-νοεί. Αυτή η αλλαγή τού νου παίρνει τη μορφή της δημόσιας παραδοχής και ομολογίας για τα λάθη που έκανε και τον οδήγησαν στην αστοχία. Επειδή, όμως, αυτή η πορεία του προς τη θέωση είναι έντονα καί κοινωνική και κοινοτική ζητά από τους συνανθρώπους του να του επιτρέψουν την επανένταξη στο χώρο της εκκλησίας, έτσι ώστε όλοι μαζί να πορευθούν το δρόμο της ελευθερίας, της αγάπης και της θέωσης. Εδώ βρίσκεται η αξία της   συγ-χώρεσης, ως πράξης που απαιτεί υψηλό βαθμό κοινωνικοποίησης και ατομικής ευθύνης, καθώς η αμαρτία έχει έντονα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά. Το σχήμα περιφραστικά μπορεί να αποδοθεί ως εξής: αμαρτία-μετάνοια-εξομολόγηση-συγχώρεση.
Ο άνθρωπος καλείται μέσα από την επαναπροσέγγιση του συνανθρώπου του και του κόσμου ως δημιουργίας του Θεού, να νιώσει ότι ο Θεός τον αγαπά, παρ’ότι αυτός τον λησμονεί και τον αποστρέφεται λογαριάζοντας τον ως εμπόδιο στις επιθυμίες του. Αυτή η αγάπη του Θεού, για τον άνθρωπο είναι αμέτρητη. Είναι το κύριο χαρακτηριστικό του Θεού που έχει ως μοναδικό του σκοπό να συγχωρεί και να αγαπά. Και ο άνθρωπος που κατανοεί και μετανοεί για τις άστοχες πράξεις του πλησιάζει τον Θεό με δάκρυα στα μάτια. Οι οποιεσδήποτε ανθρώπινες παρεμβάσεις για έλεγχο και τιμωρία των «αμαρτωλών» ανθρώπων χάνονται μπροστά στο μέγεθος της αγάπης του Θεού-Πατέρα για τα παιδιά του. Κάνουν λάθος όποιοι πιστεύουν ότι μπορούν  να τιμωρούν τους συνανθρώπους τους εν ονόματι του Θεού, γιατί απλούστατα ο Θεός από τη φύση του αδυνατεί να σκεφθεί ηθικοπλαστικά, ευσεβιστικά και καταδικαστικά. Δε θέτει κανόνες και νόρμες, γιατί δεν τον ενδιαφέρει να τιμωρήσει τους παραβάτες. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι με ποιό τρόπο θα συγχωρεί και με ποιό τρόπο θα δείχνει συνεχώς την αγάπη του. Το ίδιο καλείται να κάνει και ο άνθρωπος, για τους συνανθρώπους του. Να συγχωρεί και να αγαπά. Αυτό άλλωστε είναι και η μόνη προϋπόθεση για να προσέλθει κάποιος στή θεία Κοινωνία με τον Χριστό.

Χριστόφορος Αρβανίτης
Δρ. Θεολογίας, Kοινωνιολογίας της Θρησκείας

Πηγή: http://nefthalim.blogspot.gr/

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Ακάθιστος Ύμνος

Εορτάζει 16 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα.

Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.
Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.
Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.
Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τη υπερμάχω στρατηγώ».
Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ορθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Το προσταχθέν μυστικώς λαβώνεν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.
Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 – 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ  (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.
Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ  Οικουμενικής Συνόδου ( 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β . Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.
Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.
Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε  εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ  Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.
Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α  (715 – 730 μ.Χ.) ( 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.
Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη» (αρχή του α  οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 η 754 μ.Χ.
Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ  μέχρι τον Θ  αιώνα.
Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 – 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (3 Απριλίου).
Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.
Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.
Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό η δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.
Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαίρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαίρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α  28).
Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος η μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο η τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε  εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.

Άγγελος πρωτοστάτης,
ουρανόθεν επέμφθη,
ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε·
και συν τη ασωμάτω φωνή,
σωματούμενόν σε θεωρών, Κύριε,
εξίστατο και ίστατο,
κραυγάζων προς Αυτήν τοιαύτα·
Χαίρε, δ’ ης η χαρά εκλάμψει,
χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει.
Χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις,
χαίρε, των δακρύων της Εύας η λύτρωσις.
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον αθρωπίνοις λογισμοίς,
χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς.
Χαίρε, ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαίρε, ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα.
Χαίρε, αστήρ εμφαίνων τον ήλιον,
χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.
Χαίρε, δι’ ης νεουργείται η κτίσις,
χαίρε, δι’ ης βρεφουργείται ο Κτίστης.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Βλέπουσα η Αγία,
εαυτήν εν αγνεία,
φησί τω Γαβριήλ θαρσαλέως·
το παράδοξόν σου της φωνής,
δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται·
ασπόρου γαρ συλλήψεως,
την κύησιν πως λέγεις κράζων·
Αλληλούια.

Γνώσιν άγνωστον γνώναι,
η Παρθένος ζητούσα,
εβόησε προς τον λειτουργούντα·
εκ λαγόνων αγνών,
υίον πως έσται τεχθήναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Προς ην εκείνος έφησεν εν φόβω,
πλην κραυγάζων ούτω·
Χαίρε, βουλής απορρήτου μύστις,
χαίρε, σιγής δεομένων πίστις.
Χαίρε, των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον,
χαίρε, των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον.
Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε, δι’ ης κατέβη ο Θεός,
χαίρε, γέφυρα μετάγουσα από γης προς ουρανόν.
Χαίρε, το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα,
χαίρε, το των δαιμόνων πολυθρήνητον τραύμα.
Χαίρε, το φως αρρήτως γεννήσασα,
χαίρε, το πως μηδένα διδάξασα.
Χαίρε, σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν,
Χαίρε, πιστών καταυγάζουσα φρένας.
Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.

Δύναμις του Υψίστου,
επεσκίασε τότε,
προς σύλληψιν τη Απειρογάμω·
και την εύκαρπον ταύτης νηδύν,
ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι,
τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
εν τω ψάλλειν ούτως·
Αλληλούια.

Έχουσα θεοδόχον,
η Παρθένος την μήτραν,
ανέδραμε προς την Ελισάβετ.
Το δε βρέφος εκείνης ευθύς επιγνόν,
τον ταύτης ασπασμόν έχαιρε,
και άλμασιν ως άσμασιν,
εβόα προς την Θεοτόκον·
Χαίρε, βλαστού αμάραντου κλήμα,
χαίρε, καρπού ακήρατου κτήμα.
Χαίρε, γεωργόν γεωργούσα φιλάνθρωπον,
χαίρε, φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα,
Χαίρε, άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οικτιρμών,
χαίρε, τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμών.
Χαίρε, ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις,
χαίρε, ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις.
Χαίρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα,
χαίρε, παντός του κόσμου εξίλασμα.
Χαίρε, Θεού προς θνητούς ευδοκία,
χαίρε, θνητών προς Θεόν παρρησία.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Ζάλην ένδοθεν έχων,
λογισμών αμφιβόλων,
ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη·
προς την άγαμόν σε θεωρών,
και κλεψίγαμον υπονοών Άμεμπτε·
μαθών δε σου την σύλληψιν,
εκ Πνεύματος Αγίου,
έφη·
Αλληλούια.

Ήκουσαν oι ποιμένες,
των Αγγέλων υμνούντων,
την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν·
και δραμόντες ως προς ποιμένα,
θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον,
εν γαστρί της Μαρίας βοσκηθέντα,
ην υμνούντες είπον·
Χαίρε, Αμνού και Ποιμένος Μήτερ,
χαίρε, αυλή λογικών προβάτων.
Χαίρε, αοράτων εχθρών αμυντήριον,
χαίρε, Παραδείσου θυρών ανοικτήριον.
Χαίρε, ότι τα ουράνια συναγάλλεται τη γη,
χαίρε, ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς.
Χαίρε, των Αποστόλων το ασίγητον στόμα,
χαίρε, των Αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος.
Χαίρε, στερρόν της πίστεως έρεισμα,
χαίρε, λαμπρόν της Χάριτος γνώρισμα.
Χαίρε, δι’ ης εγυμνώθη ο Άδης,
χαίρε, δι’ ης ενεδύθημεν δόξαν.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Θεοδρόμον αστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τη τούτου ηκολούθησαν αίγλη·
και ως λύχνον κρατούντες αυτόν,
δι’ αυτού ηρεύνων κραταιόν Άνακτα,
και φθάσαντες τον άφθαστον,
εχάρησαν αυτώ βοώντες·
Αλληλούια.

Ίδον παίδες Χαλδαίων,
εν χερσί της Παρθένου,
τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους·
και Δεσπότην νοούντες αυτόν,
ει και δούλου μορφήν έλαβεν,
έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι,
και βοήσαι τη Ευλογημένη·
Χαίρε, αστέρος αδύτου Μήτηρ,
χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας.
Χαίρε, της απάτης την κάμινον σβέσασα,
χαίρε, της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα.
Χαίρε, τύραννον απάνθρωπον εκβαλούσα της αρχής,
χαίρε, Κύριον φιλάνθρωπον επιδείξασα Χριστόν.
Χαίρε, η της βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαίρε, η του βορβόρου ρυομένη των έργων.
Χαίρε πυρός προσκύνησιν παύσασα,
χαίρε, φλογός παθών απαλλάττουσα.
Χαίρε, πιστών οδηγέ σωφροσύνης,
χαίρε, πασών γενεών ευφροσύνη.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οι Μάγοι,
υπέστρεψαν εις την Βαβυλώνα,
εκτελέσαντές σου τον χρησμόν,
και κηρύξαντές σε τον Χριστόν άπασιν,
αφέντες τον Ηρώδην ως ληρώδη,
μη ειδότα ψάλλειν·
Αλληλούια.

Λάμψας εν τη Αιγύπτω,
φωτισμόν αληθείας εδίωξας,
του ψεύδους το σκότος·
τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ,
μη ενέγκαντά σου την ισχύν πέπτωκεν,
οι τούτων δε ρυσθέντες,
εβόων προς την Θεοτόκον·
Χαίρε, ανόρθωσις των ανθρώπων,
χαίρε, κατάπτωσις των δαιμόνων.
Χαίρε, την απάτης την πλάνην πατήσασα,
χαίρε, των ειδώλων την δόξαν ελεγξασα.
Χαίρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν,
χαίρε, πέτρα η ποτίσασα τους διψώντας την ζωήν.
Χαίρε, πύρινε στύλε οδηγών τους εν σκότει,
χαίρε, σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαίρε, τροφή του μάνα διάδοχε,
χαίρε, τρυφής αγίας διάκονε.
Χαίρε, η γη της επαγγελίας,
χαίρε, εξ ης ρέει μέλι και γάλα.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεώνος,
του παρόντος αιώνος,
μεθίστασθαι του απατεώνος,
επεδόθης ως βρέφος αυτώ,
αλλ’ εγνώσθης τούτω και Θεός τέλειος·
διόπερ εξεπλάγη σου την άρρητον σοφίαν,
κράζων·
Αλληλούια.

Νέαν έδειξε κτίσιν,
εμφανίσας ο Κτίστης,
ημίν τοις υπ’ αυτού γενομένοις·
εξ ασπόρου βλαστήσας γαστρός,
και φυλάξας ταύτην,
ώσπερ ην άφθορον,
ίνα το θαύμα βλέποντες,
υμνήσωμεν αυτήν βοώντες·
Χαίρε, το άνθος της αφθαρσίας,
χαίρε, το στέφος της εγκρατείας.
Χαίρε, αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα,
χαίρε, των Αγγέλων τον βίον εμφαίνουσα.
Χαίρε, δένδρον αγλαόκαρπον, εξ ου τρέφονται πιστοί,
χαίρε, ξύλον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πολλοί.
Χαίρε, κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις,
χαίρε, απογεννώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις.
Χαίρε, Κριτού δικαίου δυσώπησις,
χαίρε, πολλών πταιόντων συγχώρησις.
Χαίρε, στολή των γυμνών παρρησίας,
χαίρε, στοργή πάντα πόθον νικώσα.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Ξένον τόκον ιδόντες,
ξενωθώμεν του κόσμου, τον νουν εις ουρανόν μεταθέντες·
δια τούτο γαρ ο υψηλός Θεός,
επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος·
βουλόμενος ελκύσαι προς το ύψος,
τους αυτώ βοώντας·
Αλληλούια.

Όλως ην εν τοις κάτω,
και των άνω ουδόλως απήν,
ο απερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γαρ θεϊκή,
ου μετάβασις τοπική γέγονε,
και τόκος εκ Παρθένου θεολήπτου,
ακουούσης ταύτα·
Χαίρε, Θεού αχωρήτου χώρα,
χαίρε, σεπτού μυστηρίου θύρα.
Χαίρε, των απίστων αμφίβολον άκουσμα,
χαίρε, των πιστών αναμφίβολον καύχημα.
Χαίρε, όχημα πανάγιον του επί των Χερουβείμ,
χαίρε, οίκημα πανάριστον του επί των Σεραφείμ.
Χαίρε, η ταναντία εις ταυτό αγαγούσα,
χαίρε, η παρθενίαν και λοχείαν ζευγνύσα.
Χαίρε, δι’ ης ελύθη παράβασις,
χαίρε, δι’ ης ηνοίχθη παράδεισος.
Χαίρε, η κλεις της Χριστού βασιλείας,
χαίρε, ελπίς αγαθών αιωνίων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Πάσα φύσις Αγγέλων,
κατεπλάγη το μέγα,
της σης ενανθρωπήσεως έργον·
τον απρόσιτον γαρ ως Θεόν,
εθεώρει πάσι προσιτόν άνθρωπον,
ημίν μεν συνδιάγοντα,
ακούοντα δε παρά πάντων ούτως·
Αλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ως ιχθύας αφώνους,
ορώμεν επί σοι Θεοτόκε·
απορούσι γαρ λέγειν,
το πως και Παρθένος μένεις,
και τεκείν ίσχυσας·
ημείς δε το μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστώς βοώμεν·
Χαίρε, σοφίας Θεού δοχείον,
χαίρε, προνοίας αυτού ταμείον.
Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα,
χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα.
Χαίρε, ότί εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί,
χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί.
Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα,
χαίρε, των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα.
Χαίρε, βυθού αγνοίας εξέλκουσα,
χαίρε, πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα.
Χαίρε, ολκάς των θελόντων σωθήναι,
χαίρε, λιμήν των του βίου πλωτήρων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Σώσαι θέλων τον κόσμον,
ο των όλων κοσμήτωρ,
προς τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε·
και ποιμήν υπάρχων ως Θεός,
δι’ ημάς εφάνη καθ’ ημάς άνθρωπος·
ομοίω γαρ το όμοιον καλέσας,
ως Θεός ακούει·
Αλληλούια.

Τείχος ει των παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
και πάντων των εις σε προστρεχόντων.
Ο γαρ του ουρανού και της γης,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Άχραντε,
οικήσας εν τη μήτρα σου,
και πάντας σοι προσφωνείν διδάξας·
Χαίρε, η στήλη της παρθενίας,
χαίρε, η πύλη της σωτήριας.
Χαίρε, αρχηγέ νοητής αναπλάσεως,
χαίρε, χορηγέ θεϊκής αγαθότητος.
Χαίρε, συ γαρ ανεγέννησας τους συλληφθέντας αισχρώς,
χαίρε, συ γαρ ενουθέτησας τους συληθέντας τον νουν.
Χαίρε, η τον φθορέα των φρενών καταργούσα,
χαίρε, η τον σπορέα της αγνείας τεκούσα.
Χαίρε, παστάς ασπόρου νυμφεύσεως,
χαίρε, πιστούς Κυρίω αρμόζουσα.
Χαίρε, καλή κουροτρόφε παρθένων,
χαίρε, ψυχών νυμφοστόλε αγίων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Ύμνος άπας ηττάται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τω πλήθει των πολλών οικτιρμών σου·
ισαρίθμους γαρ τη ψάμμω ωδάς,
αν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεύ άγιε,
ουδέν τελούμεν άξιον,
ων δέδωκας ημίν τοις σοι βοώσιν·
Αλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοις εν σκότει φανείσαν,
ορώμεν την αγίαν Παρθένον·
το γαρ άυλον άπτουσα φως,
οδηγεί προς γνώσιν θεϊκήν άπαντας,
αυγή τον νουν φωτίζουσα,
κραυγή δε τιμωμένη ταύτα·
Χαίρε, ακτίς νοητού ηλίου,
χαίρε, βολίς του αδύτου φέγγους.
Χαίρε, αστραπή τας ψυχάς καταλάμπουσα,
χαίρε, ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα.
Χαίρε, ότι τον πολύφωτον ανατέλλεις φωτισμόν,
Χαίρε, ότι τον πολύρρυτον αναβλύζεις ποταμόν.
Χαίρε, της κολυμβήθρας ζωγραφούσα τον τύπον,
χαίρε, της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον.
Χαίρε, λουτήρ έκπλυνων συνείδησιν,
χαίρε, κρατήρ κιρνών αγαλλίασιν.
Χαίρε, οσμή της Χριστού ευωδίας,
χαίρε, ζωή μυστικής ευωχίας.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Χάριν δούναι θελήσας,
οφλημάτων αρχαίων,
ο πάντων χρεωλύτης ανθρώπων,
επεδήμησε δι’εαυτού,
προς τους αποδήμους της αυτού Χάριτος·
και σχίσας το χειρόγραφον,
ακούει παρά πάντων ούτως·
Αλληλούια.

Ψάλλοντές σου τον τόκον,
ανυμνούμέν σε πάντες,
ως έμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Εν τη ση γαρ οίκήσας γαστρί,
ο συνέχων πάντα τη χειρί Κύριος,
ηγίασεν, εδόξασεν, εδίδαξε βοάν σοι πάντας·
Χαίρε, σκηνή του Θεού και Λόγου,
χαίρε, Αγία αγίων μείζων.
Χαίρε, κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι,
χαίρε, θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε.
Χαίρε, τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών,
χαίρε, καύχημα σεβάσμιον ιερέων ευλαβών.
Χαίρε, της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος,
χαίρε, της Βασιλείας το απόρθητον τείχος.
Χαίρε, δι’ ης εγείρονται τρόπαια,
χαίρε, δι’ ης εχθροί καταπίπτουσι.
Χαίρε, χρωτός του εμού θεραπεία,
χαίρε, ψυχής της εμής σωτηρία.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Ω πανύμνητε Μήτερ,
η τεκούσα τον πάντων αγίων,
αγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γαρ την νυν προσφοράν,
από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας,
και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τους σοι βοώντας·
Αλληλούια.

Απολυτίκιον
Ήχος πλ. δ’.
Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει, εν τη σκηνή του Ιωσήφ σπουδή επέστη, ο ασώματος λέγων τη Απειρογάμω· ο κλίνας εν καταβάσει τους ουρανούς, χωρεῑται αναλλοιώτως όλος εν σοι· Ον και βλέπων εν μήτρα σου, λαβόντα δούλου μορφήν, εξίσταμαι κραυγάζων σοι· Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’.
Τη υπερμάχώ στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια, αναγράφω σοι η πόλις σου, Θεοτόκε· αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον, εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον, ίνα κράζω σοι· Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

Μεγαλυνάριον
Ύμνοις εν αΰπνοις οι ευσεβείς, ακαθίστω στάσει, ανυμνούμεν πανευλαβώς, την προς τον λαόν σου, θερμήν σου προστασίαν, Παρθένε Θεοτόκε, ημών βοήθεια.



Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Άδεια αναδημοσίευσης:

Κάθε Αναδημοσίευση επιτρέπεται υπό τον όρο ότι θα γίνεται αναφορά προέλευσης του ληφθέντος περιεχομένου από τον παρόντα Ιστοτόπο με παραπομπή (link).