Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Η ανάγκη για ελπίδα

Είναι πολλές φορές μεγάλη παρηγοριά να ελπίζεις…
Να ευελπιστείς ότι σύντομα τα πράγματα θα αλλάξουν
Θα έρθουν οι ισορροπίες που τόσο ποθείς
Θα σταματήσει αυτό το κακό που τόσο αβίαστα συμβαίνει.
Αλλά όταν δε γίνεται έτσι, τότε είναι μεγάλη και η απογοήτευση…
Θεωρητικά αντιλαμβάνομαι πως κάθε εμπόδιο για καλό, πως πολλές φορές το σχέδιο του Θεού αργεί για τα δικά μας τα δεδομένα αλλά πόσο εύκολα μπορείς να σταματήσεις να ελπίζεις και να ονειρεύεσαι πως η αλλαγή είναι κάπου εκεί στη γωνία;
Δεν ξέρω αν θα μπορούσα ποτέ να τα καταφέρω αν δεν είχα αυτήν την τάση να περιμένω την αλλαγή και την ανανέωση όταν τα πράγματα ζορίζουν.
Πολλοί δεν μπορούν να το καταλάβουν αυτό, θεωρούν πως είναι τάσεις φυγής, πως είναι ανωριμότητα αλλά για μένα είναι στάση ζωής πλέον.
Είναι ανάσα, είναι τρόπος να πηγαίνω παρακάτω και να αντέχω.
Είμαι βέβαια πάντα πολύ ανυπόμονη και περιμένω η βελτίωση να έρθει άμεσα και αυτό είναι σίγουρα ένα κομμάτι που πρέπει να δουλέψω.
Αλλά αν δεν περιμένεις την αλλαγή, τη βελτίωση τότε πως θα γίνουν πραγματικότητα;
Τι θα σου δώσει κίνητρο να μη σε παρασύρει η κατάθλιψη και οι άσχημες σκέψεις;
Τι θα σε κάνει να προσπαθήσεις για το καλύτερο αν δεν ελπίζεις για αυτό;
Υπάρχουν 4 βασικές κατηγορίες ανθρώπων.
Αυτοί που πιστεύουν πως η ζωή είναι μάχη
Αυτοί που πιστεύουν πως η ζωή είναι επιρροή
Αυτοί που πιστεύουν πως η ζωή είναι κανόνες
Και αυτοί που πιστεύουν πως η ζωή είναι σταθερότητα.
Για μένα η ζωή είναι μια μάχη, μια μάχη για το καλύτερο.
Ζόρικο φορτίο αυτό δε λέω, αλλά δε θα μπορούσα πότε να περιμένω τα πράγματα να έρθουν ουρανοκατέβατα.
Για αυτό πάντα θα ελπίζω, όσο και αν μου κοστίζει αυτό τελικά…

Πηγή: http://www.foufou.gr/ 

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Ευτυχία και δυστυχία

Τόσο στην ευτυχία όσο και στη δυστυχία
Ο άνθρωπος πρέπει να έχει θάρρος.
Γιατί χρειάζεται θάρρος να μην παραδοθεί κανείς
Ούτε στην ευτυχία ούτε στη δυστυχία.
Σ’ εκείνον που η ευτυχία λειτουργεί ως είδωλο του
Ο Θεός παύει να είναι Θεός.
"Όποιος θυμιατίζει την ευτυχία του με λιβάνι και σμύρνα, αυτός δεν προσφέρει θυσίες στο Θεό".
Όποιος νομίζει ότι ο ορίζοντας της ευτυχίας του περιορίζεται στα όρια αυτού τού κόσμου
Αυτός δημιουργεί μια ψευδαίσθηση από καπνό…
Όποιος πιστεύει πως είναι ευτυχισμένος και μπορεί να γιορτάζει χωρίς Θεό
Αυτός βιώνει την ηρεμία που επικρατεί πριν από την καταστροφή
Γελάει μ΄ ένα γέλιο που σε λίγο θα μετατραπεί σε περιδέραιο από πάγο...

Πηγή: http://www.diakonima.gr 

Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με

Αν μια ζωή Τον φωνάζεις με την ευχή
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με"
Είναι δυνατόν Εκείνος να μην σε ελεήσει;
Εδώ ελεεί ανθρώπους που δεν Τον φωνάζουν!
Να Τον φωνάζεις όσο πιο πολύ μπορείς.
Αν λες την ευχή...
Ανθίζει, ξυπνάει η χάρη που πήρες με την βάφτισή σου.
Λέγε την ευχή όσο πιο πολύ μπορείς!

Απόσπασμα από ομιλία του π.Ανδρέα Κονάνου

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Η υποκρισία χρωματίζει τη ζωή μας και οι μάσκες εναλλάσσονται στον αγώνα να φανούμε καθώς πρέπει

Η περιχαράκωση με το λεπτό φράχτη του εγώ, δεν αφήνει περιθώρια για αλλαγή στη ψυχή μας.
Η πληθώρα των κοινωνικών και υλικών αγαθών μούδιασε την πνευματική μας ύπαρξη και η δαιμονική ακηδία λεηλάτησε τη δίψα για κάτι ουράνιο.
Η φυλακή μας στο εφιαλτικό εγώ σιδηρόφρακτη, και οι φύλακές της σφίγγουν όλο και περισσότερο με λουλουδένια δεσμά της ψυχής μας.
Λέμε ότι ζούμε χριστιανικά, προετοιμαζόμαστε για τις μεγάλες γιορτές με νηστεία, προσευχή και εγκράτεια, συμμετέχουμε στα μυστήρια και όμως σφίγγουμε περισσότερο τα δεσμά μας, γιατί περνά μέσα μας η αδιόρατη σκέψη, ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους.
Ποιο είναι το λάθος μας;
Γιατί τούτος ο καρκίνος της εωσφορικής φιλαυτίας έγινε ο ύπουλος δυνάστης μας;
Μόνο ένας δρόμος μπορεί να μας ελευθερώσει από αυτό το πεδίο της υπερβαρύτητας του εγώ μας.
Είναι ο δρόμος της ΥΠΑΚΟΗΣ!
Μόνο αν αφουγκρασθούμε τι λέει ο διπλανός μας, αν σπάσουμε τις αποφάσεις μας στο επιτίμιο, αν απαρνηθούμε την εξυπνάδα μας στις συμβουλές των πνευματικών μας, αν κάνουμε το θέλημα του εχθρού μας δικό μας θέλημα, αν με λεβεντιά και φιλότιμο απαρνηθούμε τα θελήματα για χάρη του εσταυρωμένου Χριστού μας, θα δούμε να λάμπει μέσα μας συμπαντική ελευθερία και να πλημμυρίζει φως η σκοτεινή και άνυδρη φυλακή μας.

Γιάννης Χορταριάς 

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Η τραγωδία της πτώσης μας

Το κέντρο της σωτηρίας μας βρίσκεται στο "γενηθήτω το θέλημα σου", που προϋποθέτει ταπείνωση και πίστη.
Η δυστυχία στο κόσμο υπάρχει γιατί υπάρχουν πολλά θελήματα και όχι ένα όπως στον ουρανό.
Η δυστυχία στον άνθρωπο υπάρχει γιατί πνίγεται από τους λογισμούς, και οι λογισμοί υπάρχουν όταν υπάρχει θέλημα.
Εκείνος που έκοψε το θέλημά του είναι ειρηνικός και χαρούμενος.
Θεωρεί τη γνώμη του άλλου πάντοτε ανώτερη γι΄ αυτό υποχωρεί σε όλα, μπορεί να ζήσει και με τον πιο ιδιότροπο άνθρωπο αφού μέσα του έχει μάθει να θεωρεί ότι πάντα ο άλλος έχει δίκιο.
Τις εντολές του Θεού τις έχει κάνει κέντρο της ζωής του και αναπολεί την ουράνια πατρίδα, όπου όλοι έχουν το ίδιο θέλημα το θέλημα του αγίου τριαδικού Θεού.
Στην Αγία γραφή βλέπουμε καθαρά τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος να παραχωρεί το ένα πρόσωπο την εξουσία στο άλλο.
Ο Κύριος λέει "πάτερ γενηθήτω το θέλημά σου", ο Πατήρ παραδίδει την εξουσία στον Υιό, το Πνεύμα το Άγιο δείχνει και αναπαύεται στον Υιό.
Αν παρατηρήσουμε έναν αληθινό μοναχό θα δούμε ότι μιλάει ειρηνικά, είναι χαρούμενος, δεν έχει λογισμούς που τυραννούν το κοσμικό άνθρωπο, και όλα αυτά γιατί έμαθε μέσα από την υπακοή να κόβει το θέλημά του.
Ο θησαυρός είναι κοντά μας η δυσκολία όμως να κόψουμε το θέλημά μας ανυπέρβλητη!
Αυτή είναι η τραγωδία της πτώσης μας.

Γιάννης Χορταριάς

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου

Θάνατος.
Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύναμοι σαν τα κουνούπια, σαν τα πετραδάκια.
Για ποιο πράγμα καυχάσθε ω άνθρωποι;
Για τον πλούτο, την επιστήμη, την φιλοσοφία και την κουλτούρα;
Όλα αυτά είναι σκύβαλα – συ και εγώ δούλοι του θανάτου!
Κάθε άνθρωπος είναι δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου.
Μπορεί να γίνει άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο με χαρά;
Όχι δεν μπορεί.
Ο άνθρωπος που θα αντικρίσει σοβαρά τον εαυτό του και με σοβαρότητα θα κοιτάξει τον θάνατο σαν τον έσχατο σταθμό αυτής της ζωής, αυτός ο άνθρωπος δεν έχει χαρά σε αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμιά απόλαυση εδώ. Όλες οι απολαύσεις είναι ένα ψέμα, εάν ο θάνατος αποτελεί για μένα και για σένα τον τελευταίο σταθμό αυτού του κόσμου.
Ποιος εισήγαγε τον θάνατο σε αυτό τον κόσμο;
Ποιος άλλος από την αμαρτία;
Στον άνθρωπο ανήκει δυστυχώς, αυτός ο γεμάτος ντροπή ρόλος αυτής της ζωής, της εισαγωγής δηλ. της αμαρτίας και του θανάτου ο και του διαβόλου σε αυτό τον κόσμο.
Δεν το έπραξαν αυτό μήτε οι τίγρεις μήτε οι αλεπούδες, το έπραξε ο άνθρωπος.
Γι΄ αυτό και ο άνθρωπος είναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστά σε όλα τα ζώα και όλα τα φυτά και όλα τα πετούμενα.
Πρέπει να ντρέπεται ο άνθρωπος και να εκλιπαρεί για συγνώμη από το κάθε πουλί για το ότι αυτός είναι που έφερε τον θάνατο στον κόσμο αυτό, έφερε τον θάνατο και στα πουλιά και στα ζώα και στα φυτά.
Τα πάντα φθείρονται και αποθνήσκουν.
Μέχρι πότε όμως;
Μέχρι την ανάσταση των νεκρών, όταν ο Κύριος θα κρίνει τον κόσμο και, στη θέση της παλαιάς γης, θα δώσει καινή γη, όταν όλα θα γίνουν αθάνατα επάνω της.
Αυτό είναι κάτι που εμείς δεν μπορούμε μα ούτε και ξέρουμε να το συλλάβουμε, αλλά αυτό είναι η καλή είδηση του Κυρίου και Χριστού μας.

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Πηγή: http://www.pentapostagma.gr 

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Το "καρουζέλ" της ζωής μας...

Έξω είχε αρχίσει από τα χαράματα να χιονίζει.
Το κρύο είχε μαλακώσει.
Όποτε χιονίζει το κρύο μαλακώνει.
Όπως ο πόθος σαν κατακτήσεις το ποθούμενο.
Είχε πραγματικά στηθεί ένα παραμυθένιο σκηνικό.
Οι λευκές πυκνές τουφίτσες έπεφταν με δύναμη σκορπίζοντας χαμόγελα στην μεγάλη παρέα της σάλας.
Άπαντες είχαν στριμωχτεί στην τζαμαρία.
Το λευκό τοπίο μας προκαλούσε απαιτητικό.
Τέτοιες στιγμές σπιρτώνει το βλέμμα και τα κορμιά διψάνε παιγνίδι.
Ανοίξαμε την πόρτα και όλοι ξεχύθηκαν στην αυλή που έμοιαζε έτοιμη για γάμο.
Νύφη κατάλευκη.
Το χιόνι απάτητο.
Παρθένο.
Κανείς δεν ήθελε να ασελγήσει στο τοπίο.
Ωστόσο ο πειρασμός ήταν απίστευτα απροσπέραστος.
Ξεχυθήκαμε όλοι γεμίζοντας το λευκό σεντόνι πατημασιές.
Αδέλφια, ξαδέφλια, φίλοι, όλοι μια παρέα.
Γέλια, φωνές, κορμιά, καρδιές σε έκταση.
Και όλα τούτα γιατί το θέλαμε.
Γιατί το αποφασίσαμε να χαρούμε.
Ποιος άραγε να φτιάχνει την χαρά και ποιος το δάκρυ;
Μέσα το τζάκι σκορπούσε ζεστασιά και θαλπωρή.
Όλα γιορτινά και φωτεινά.
Το τραπέζι στολισμένο με χρυσαφένια τραπεζομάντηλα.
Κόκκινες πετσέτες και κεριά διαμόρφωναν μια ιδανική γιορτινή ατμόσφαιρα.
Τα φαγητά φτιαγμένα με ιδιαίτερο γούστο και φροντίδα.
Άλλωστε οι μέρες απαιτούσαν το καλύτερο, το πιο ποιοτικό, το σχολιανό που φωτίζει την καθημερινότητα χαρίζοντας της άλλη διάσταση.
Σε λίγο όλοι είχαμε κάτσει γύρω από το τραπέζι.
Υψώσαμε τα ποτήρια μας και είμαστε έτοιμοι για τις ευχές της ημέρας προτού ηχήσουν χαρμόσυνα τα κρύσταλλα των ποτηριών.
Άξαφνα όλα κόπασαν!!
Σίγησαν τα γέλια.
Οι φωνές χάθηκαν.
Όλα χάθηκαν και σκορπίστηκαν στο άκουσμα ενός επίμονου και απαιτητικού ήχου.
Όχι, όχι, δεν είναι ο ήχος από το τσούγκρισμα των ποτηριών.
Ούτε η καμπάνα της εκκλησιάς.
Το καταραμένο ξυπνητήρι ήταν.
Πήγε πάλι 3:00π.μ;
Πως περνάει αυτή η ώρα;
Και πάντα εναντίον της ζωής.
Δεν είναι που έπρεπε να αφήσει τα ζεστά στρωσίδια του κρεβατιού της, να ανοίξει τα βλέφαρα που επαιτούσαν λίγη ακόμη ξεκούραση και με το δίκιο τους διαμαρτύρονταν.
Ούτε που θα έβγαινε χαράματα για το μεροκάματο.
Αλλά να ρε παιδί μου, ήταν τόσο γλυκό αυτό το όνειρο.
Ένιωθε τόση ζεστασιά στα στήθη της.
Τόση ηρεμία στην καρδιά και όλο της το σώμα.
Λες και είχε ξαναγεννηθεί σε μήτρα αγαπητική.
Δεν ήξερε πόσο κρατάει ένα όνειρο, αλλά θα έδινε τα πάντα για να το ξαναζήσει.
Ωστόσο η πραγματικότητα δεν δικαιολογούσε άλλη καθυστέρηση.
Έπρεπε να βγει έστω και απρόθυμα.
Έστω και απόλυτα ράθυμα από το κρεβάτι της.
Να αφήσει πίσω την ομορφιά του ονείρου και να χαθεί στην βαναυσότητα της πραγματικότητας.
Πίσω όμως δεν άφηνε μονάχα το όνειρο αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο.
Την αιτία της ζωής της.
Την κόρη της.
Τα σχολεία είχαν κλείσει.
Διακοπές Χριστουγέννων.
Ο πατέρας της με τον μεγαλύτερο γιο της στην Γερμανία.
Βλέπεις εδώ, δεν τα βγάζανε πέρα.
Δεν υπήρχε δυνατότητα να ζήσουν όλοι μαζί.
Χωρίσανε και ας μην το ήθελε κανείς.
-Για τα παιδιά ρε γυναίκα.
Δεν γίνεται αλλιώς.
Δεν το βλέπεις;
Τι να κάτσω εδώ, να πεινάμε όλοι μαζί;
Θα περάσουν τα χρόνια.
Θα κάνω ένα κομπόδεμα και θα έρθω πάλι πίσω.
Έτσι χώρισαν κι ας έλεγαν ότι είναι για λίγο.
Εκείνη ένιωθε ότι είναι για πάντα.
Εκείνο που την πλήγωσε βαθύτερα ήταν το παιδί.
Ο γιος της.
Δεν μπορούσε χώρια του.
Τον ποθούσε η αγκαλιά της.
Ωστόσο δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
Έπρεπε να μοιράσουν τα παιδιά.
Αυτή κράτησε το κορίτσι.
Έμεναν μαζί σε ένα μικρό δυαράκι.
Το παιδί πήγαινε στην Α’ Γυμνασίου.
Κάθε πρωί σχολείο.
Εκείνη κάθε πρωί, χαράματα σχεδόν, στο Μετρό.
Καθαρίστρια.
Ανασφάλιστη.
Δίχως αργίες.
Χωρίς γιορτές και σχόλες.
Μονάχα δουλειά και μάλιστα στην κυριολεξία απλήρωτη.
Πάνε τώρα τέσσερις μήνες που είχαν να τις πληρώσουν.
Είναι τόσα λίγα, να μην στα δίνουν και στην ώρα τους, καταντάει τραγικό.
Ωστόσο που να πας;
Που θα βρεις καλύτερα ή περισσότερα;
Όπου κι αν κινήσεις την εκμετάλλευσης θα συναντήσεις.
Έτσι με τον καιρό συμβιβάστηκε.
Άλλωστε το κορίτσι της είχε ανάγκες.
Κάθε μέρα μεγάλωναν οι ανάγκες, μειώνονταν οι πόροι.
Αλλά δεν απογοητευόταν.
Είχε μάθει να παλεύει.
Να μάχεται σαν γνήσιο θηλαστικό για τα παιδιά της.
Ήξερα βαθιά μέσα της, ότι θα τα καταφέρει.
Πρωινή βάρδια ημέρα Χριστουγέννων.
Κόσμος πολύς δεν υπήρχε.
Τέτοια μέρα οι περισσότεροι ήταν στα σπίτια τους.
Με τις οικογένειες τους.
Οικογένεια.
Αυτή η λέξη, αυτή η εικόνα χαράκωνα βαθιά την ύπαρξη της.
Αυτή πλέον δεν μπορούσε να έχει οικογένεια.
Της στέρησαν το δικαίωμα να ζει με εκείνους που αγαπούσε.
Σκούπιζε, κυλούσε τον κουβά με το θολό, βρώμικο νερό, και σφουγγάριζε την αποβάθρα.
Που και πού σκούπιζε και τα δικά της δάκρυα.
Όταν δεν την έβλεπε κανείς, έβγαζε από την βαθιά τσέπη της γαλάζιας ρόμπας της, την φωτογραφία των παιδιών της.
Ήταν ο γιος με την κόρη της αγκαλιά.
Μπροστά σε ένα μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Τότε που ήταν οικογένεια.
Που ζούσαν όλοι μαζί και γιόρταζαν την ζωή.
Την κοιτούσε αναστενάζοντας.
Δάκρυζε.
Αλλά δεν ήθελε να αφήσει την απογοήτευση να στοιχειώσει την ψυχή της.
Όχι.
Έπρεπε να σταθεί στην ζωή.
Να ζήσει έστω και δύσκολα.
-Δόξα τω Θεό,  περάσαμε κι όμορφες μέρες.
Περάσαμε και καλά χρόνια.
Έχει ο Θεός.
Θα έρθουν πάλι καλύτερες μέρες.
Αυτά μονολογούσε και καμάρωνε τα δυο αγγελούδια της.
Ακούστηκε ο συρμός.
Είχε πάει πλέον μεσημέρι.
Όλα τα σπιτικά γιόρταζαν.
Εκείνη τραβούσε τον κουβά και την σκούπα από την αποβάθρα τέσσερα στην αποβάθρα πέντε και πάλι από την αρχή.
Άκουσε την πόρτα του τρένου να ανοίγει.
Βήματα λίγα.
Δεν κοιτούσε.
Είχε πλέον συνηθίσει τα πρόσωπα και δεν της προκαλούσαν έκπληξη.
Όμως αυτό το περπάτημα που ηχούσε πίσω της και όλο ζύγωνε κοντά της, το γνώριζε καλά.
Αυτή την μυρωδιά την ήξερε.
Τα βήματα γινόντουσαν όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο κοντινά.
Έστριψε απότομα το πρόσωπο της.
-Αχχ τι κάνεις εδώ κορίτσι μου;
Γιατί δεν είσαι σπίτι μας;
Ήταν η κόρη της.
Ντυμένη γιορτινά.
Πραγματική κουκλίτσα.
-Τι να κάνω σπίτι ρε μάνα τέτοια μέρα;
Άνοιξα την τηλεόραση και έδειχνε ανθρώπους να γελούν, να γλεντήζουν, να πίνουν και να τρώνε.
Δίπλα άκουγα τους γείτονες να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και να φωνάζουν "…και του χρόνου, χρόνια πολλά!!!".
Δεν άντεχα να τους ακούω.
Ούτε να τους βλέπω.
Ένιωσα απίστευτη μοναξιά.
Με πήρε το παράπονο.
Έτσι είπα να’ ρθω να σε βρω.
Να είμαστε μαζί.
Έστω και εδώ.
Αλλά μαζί.
Την έσφιξε όσο πιο γλυκά μπορούσε στην αγκαλιά της.
Έμειναν όσο μπορούσαν στον ήχο της σιωπής.
Την άρπαξε από το χέρι δυνατά.
Τράβηξε με δύναμη την ποδιά υπηρεσίας.
Την έκανε ένα κουβάρι και την πέταξε στης ράγες του συρμού.
-Έλα. Πάμε.
-Που πάμε;
Τι κάνεις;
-Ξέρω τι κάνω.
Σήμερα είναι γιορτή, είπε και με ορμή την τράβηξε στις μεγάλες κινούμενες σκάλες εξόδου.
Βγήκαν στην μεγάλη πλατεία με το μεγάλο πολύχρωμο δέντρο.
Άρχισαν να τρέχουν στους δρόμους που έρημοι ήταν όλοι δικοί τους.
Αγόρασαν μαλί της γριάς από ένα πλανόδιο μικροπωλητή που έλεγε ωραία αστεία σε όποιο πλησίαζε το φορητό μικρομάγαζο του, γλυκαίνοντας τους περαστικούς.
Παρακάτω είδαν ωραία, μεγάλα, ζεστά κάστανα που τα γυρνούσε στο μαγκάλι ένας γεράκος με όμορφο χαμόγελο.
Περπάτησαν δυο τετράγωνα παρακάτω που ένα περιοδεύων Λούνα Παρκ είχε στήσει το Καρουζέλ.
Έπαιξε μαζί της σαν παιδί.
Γέλασαν με την καρδιά τους, έπαιξαν με τα κορμιά τους.
Χάρηκε η ψυχή τους.
Επέλεξαν να ζήσουν όσο μπορούσαν και όπως μπορούσαν το δικό τους παραμύθι.
Είχε ήδη αρχίσει να χιονίζει.....

Ένα Χριστουγεννιάτικο Διήγημα, του π.Χαράλαμπου Παπαδόπουλου (Λίβυου)

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Αγκαλιασέ με... δεν διαφέρω



Θέλει μαγκιά, να δεις το ασπρόμαυρο πολύχρωμο.
Αγκάλιασέ με.
Μπορείς;
Δεν διαφέρω.
Γεννήθηκα διαφορετικός, αλλά θα ζήσω σαν ίσος.

Μία πλειάδα Χανιωτών, παρουσιάζει με τον δικό της μοναδικό τρόπο, τον μύθο που θέλει διαφορετικά τα ιδεώδη, πιστεύω, επιθυμίες και ελπίδες των ατόμων με ιδιαίτερες ικανότητες, με αυτά των υπόλοιπων ανθρώπων.
Το μήνυμα που μεταφέρει είναι … "ΔΕΝ ΔΙΑΦΕΡΩ".
Αντιμετωπίζουμε με αισιοδοξία κάθε τι που μας περιβάλλει και εκμηδενίζουμε τα στερεότυπα!

ΑΓΑΠΑΜΕ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΝΙΩΘΟΥΜΕ ΚΙ ΟΧΙ ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ.

Πηγή: http://paparokades.blogspot.gr 

Τώρα εις το νέον έτος

Εις την δόξα!
Εις την δόξα!
Εις την δόξα του Θεού...
Της Αγιά-Τριάδος....
Της Θεοτόκος...
Του Άι-Γιάννη του Βαφτιστή
Και πάντα των Αγίων και του Αγίου Βασιλείου:
Να πρεσβέψει εις την Παντοδυναμίαν Του και εις την Βασιλείαν Του να μας λευτερώσει τώρα εις το νέον έτος, να μας λευτερώσει από την κακία μας, από την ιδιοτέλειά μας και από τα πάθη μας και από την επιβουλίαν των ξένων!

Με αυτά τα λόγια, Πρωτοχρονιά του 1851, ξεκινά την ιστόρηση του βιβλίου του
"Οράματα και Θάματα" ο Στρατηγός Μακρυγιάννης.

Καλή Χρονιά..

Άδεια αναδημοσίευσης:

Κάθε Αναδημοσίευση επιτρέπεται υπό τον όρο ότι θα γίνεται αναφορά προέλευσης του ληφθέντος περιεχομένου από τον παρόντα Ιστοτόπο με παραπομπή (link).