Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Εξομολογείσθε τω Κυρίω



Ψαλμωδία από τους μοναχούς της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους.

Ξανά στα σχολεία...

– Γιατί στέκεις ακίνητη κι αμίλητη; Πού είναι τα παιδιά;
Η τσουλήθρα στην παιδική χαρά μόλις είχε ξυπνήσει καθώς ο ήλιος του Σεπτεμβρίου της χάιδευε τα πολύχρωμα καγκελάκια της. Κοιτούσε περίεργα την κούνια δίπλα της που στεκόταν ακίνητη στα δυο της καθισματάκια κι ούτε μιλούσε ούτε λαλούσε.
– Μα ξέχασες; Σήμερα είναι 11 Σεπτεμβρίου κι ανοίγουν τα σχολεία… Τα παιδιά έχουν αγιασμό στα σχολεία τους. Λες να μας ξεχάσουν πια και να μην έρχονται να μας κουνάνε, να μας ξεφωνίζουν και να μας ταρακουνούν με τα παιχνίδια τους;
-Καλά κυρα-Κούνια μου, μην αρρωστήσεις κιόλας, της είπε χαρούμενη η ξύλινη τραμπάλα, τα παιδιά πάντα θα παίζουν και πάντα θα λαχταρούν τη συντροφιά μας, αφού είναι παιδιά, το λέει και τ’ όνομά τους…
Ένα σπουργιτάκι φτερούγισε χαρούμενα και τίναξε τα φτεράκια του να ζεσταθούν στον ήλιο που όλο κι ανέβαινε στον ουρανό και στάθηκε πάνω στο λαμαρινένιο κορμί της τσουλήθρας, που άρχισε να πυρώνει από το δυνατό ήλιο.
– Υπομονή παιχνίδια μου… Το απόγευμα, όταν τελειώνουν τα μαθήματά τους πάλι σε σας θα έρχονται. Μη σας πω για γιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα που θα έχουν διακοπές από το σχολείο. Όλα σε σας θα έρχονται και θα το γιορτάζουν χαρούμενα. Κι όταν έρθει το καλοκαίρι πάλι, εκεί να δεις παιχνίδι!
– Καλά τα λέει το σπουργίτι, καιρός να κάνουμε κι εμείς λίγες διακοπές, ν΄ ανανεωθούμε, ξαναμίλησε η πολύχρωμη τραμπάλα και τέντωσε τα ξυλένια καθισματάκια της να τα χαϊδέψει περισσότερο ο λαμπερός ήλιος του Σεπτεμβρίου…
– Υπομονή λοιπόν και διακοπές από σήμερα 11 Σεπτεμβρίου, είπε κι η κούνια αναστενάζοντας, καθώς το απαλό αεράκι κουνούσε τις αλυσιδίτσες της απαλά…

Ένα, δύο, τρία, φάνηκαν τα θρανία!
Ένα, δύο, τρία, ανοίγουν τα σχολεία!
Ένα, δύο, τρία, στις διακοπές τελεία.
Ένα, δύο, τρία, μετράω πια βιβλία.
Ένα, δύο, τρία, καλοκαιράκι γεια σου!
Ένα, δύο, τρία, του χρόνου πια η σειρά σου!
Ένα, δύο, τρία, τη σάκα μου γεμίζω
Ένα, δύο, τρία, στην τάξη μου γυρίζω!
Ένα, δύο, τρία, δάσκαλοι, συμμαθητές
Ένα, δύο, τρία, ανταμώνουν με χαρές!

Καλή σχολική χρονιά

Πηγή: http://www.pemptousia.gr/

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί

Είναι μεγάλη τιμή το ότι ο Θεός μας προσκαλεί στην Βασιλεία Του.  Η κλήση είναι έργο της Χάριτος. Όμως δεν είναι αρκεί αυτό για την σωτηρία μας. Χρειάζεται και το κατάλληλο ένδυμα. Δηλαδή να φανούμε και εμείς αντάξιοι της κλήσεως μας. Το ένδυμα του γάμου είναι ο καθαρός και ολόφωτος χιτώνας που λαμβάνουμε δια του αγίου Βαπτίσματος. Αυτόν τον χιτώνα διατηρούμε καθαρό δια του μυστηρίου της ιεράς εξομολογήσεως. Έτσι γινόμαστε άξιοι να λάβουμε μέρος στο βασιλικό τραπέζι, δηλαδή την βασιλεία του Θεού. Αυτόν τον χιτώνα δεν διαθέτουν οι εκτός Εκκλησίας ετερόθρησκοι και διάφοροι αιρετικοί. Γι’ αυτό πρέπει να το θεωρούμε μεγάλη τιμή το ότι είμεθα εντός της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού και να φροντίζουμε να φανούμε αντάξιοι της τιμής αυτής.«Πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί». Οι καλεσμένοι είναι πολλοί, όμως λίγοι αποδεικνύονται αντάξιοι της Θεϊκής κλήσεως. Μακάρι μεταξύ αυτών των λίγων να συμπεριληφθούμε και όλοι εμείς.
Αμήν.

Προϋπόθεση της αληθινής μετάνοιας είναι η αυτογνωσία

Δεν πρόκειται για κάτι εύκολο. Απαιτεί ηρωισμό και αποφασιστικότητα για να επιχειρήσει κανείς τη μεγάλη  επιστροφή και ν’ αναμετρηθεί με το «εγώ» του. Όσο κι αν ακούγεται εφικτό, είναι αλήθεια, ότι απαιτεί κόπο, ταπείνωση, συντριβή καρδιάς, στοιχεία που δεν αρμόζουν στον τρόπο ζωής που χαρακτηρίζουν την εποχή μας. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται  από πάσης φύσεως επιτυχίες  και κατακτήσεις, σε μία εποχή που ο Θεός έχει υποκατασταθεί από σύγχρονα και γοητευτικά είδωλα και την άμετρη αλαζονεία, η  διαρκής  αυτοκριτική φαίνεται ως κάτι το ανέφικτο.

Πρωτοπρεσβύτερος Γερασιμάγγελος Στανίτσας

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Η προσευχή μιας μάνας...

Κάνε μου την τιμή γιε μου να σταθείς ανδρείος για το Χριστό, να Τον ομολογήσεις άφοβα και χωρίς δισταγμό! Ελπίζω μέσα στην καρδιά μου ότι σύντομα θα ανθίσει επάνω σου το στεφάνι του μαρτυρίου..Προς τιμή μου και προς σωτηρία πολλών. Μη φοβηθείς τις απειλές ή τα ξίφη ή τους πόνους ή τις πληγές ή την πυρά. Τίποτα να μη σε χωρίσει από το Χριστό, αλλά να κοιτάξεις προς τον ουρανό. Από εκεί μπορείς να περιμένεις τη μεγάλη, αιώνια και πλούσια ανταμοιβή σου από το Θεό.
Να φοβάσαι το μεγαλείο του Θεού. Να φοβάσαι τη φρικτή κρίση Του. Να φοβάσαι τον Παντεπόπτη Θεό, διότι όλοι εκείνοι που Τον αρνούνται θα λάβουν μισθαποδοσία φοβερή‡ το πυρ το άσβεστο και τον αιωνίως ακοίμητο σκώληκα. Ας είναι η ανταμοιβή μου από εσένα, γλυκύτατο παιδί μου, για τους πόνους με τους οποίους σε ανέθρεψα και σε μόρφωσα, αυτή: να κληθώ μητέρα ενός μάρτυρος!

Πηγή: http://www.diakonima.gr/

Τι μπορεί να κάνει ο Θεός σε τέτοιους ανθρώπους;

Ο Κριτής κάλεσε τους δίκαιους στη βασιλεία Του κι αμέσως μετά εξήγησε γιατί τους τη χάριζε: «Γιατί πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και σεις με φιλοξενήσατε στο σπίτι σας, ήμουν γυμνός και με ντύσατε, αρρώστησα και με επισκεφτήκατε, ήμουν στη φυλακή και σεις ήρθατε να με δείτε».
Ακούγοντας αυτή τη θαυμάσια εξήγηση, οι δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικά και ταπεινά από το βασιλιά να τους πει πότε τον είδαν πεινασμένο και διψασμένο, γυμνό και άρρωστο και πότε τα έκαναν όλα αυτά σ’ Εκείνον. Και στην ερώτηση αυτή ο βασιλιάς έδωσε πάλι τη θαυμάσια αυτή απάντηση: «Αφού όλα αυτά τα κάνατε στους ελάχιστους και ταπεινούς αδελφούς μου, είναι σα να τα κάνατε σ’ έμενα τον ίδιο».
Όλη αυτή η ερμηνεία έχει δύο όψεις, μια εξωτερική και μια εσωτερική. Η εξωτερική ερμηνεία είναι σαφής στον καθένα. Εκείνος που τρέφει τον πεινασμένο, ξεδιψάει το διψασμένο, ντύνει το γυμνό και στεγάζει τον άστεγο, είναι σα να τα κάνει όλα αυτά στον ίδιο τον Κύριο. Εκείνος που επισκέπτεται τους αρρώστους ή τους φυλακισμένους, είναι σα να τα κάνει αυτά στον Κύριο. Αναφέρεται και στην Παλαιά Διαθήκη σχετικά πως, «εκείνος που ελεεί τον φτωχό, είναι σαν να δανείζει το Θεό, που ανάλογα με το τί έδωσε, θα του το ανταποδώσει».
Ο Κύριος, μέσα από κείνους που ζητούν τη βοήθειά μας, δοκιμάζει τις καρδιές μας. Ο Θεός δεν χρησιμοποιεί τίποτα δικό μας για λογαριασμό Του. Δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Εκείνος που δημιούργησε το ψωμί, δεν μπορεί να πεινάσει. Εκείνος που δημιούργησε το νερό, δε γίνεται να διψάσει. Αυτός που ντύνει την κτίση ολόκληρη δεν μπορεί να είναι γυμνός, ούτε και ν’ αρρωστήσει αυτός που είναι η πηγή της υγείας. Ούτε και γίνεται να αιχμαλωτιστεί ο Κύριος των κυρίων.
Ο Θεός ζητά από μας να δίνουμε ελεημοσύνη, ώστε μ’ αυτόν τον τρόπο να μαλακώσουν οι καρδιές μας, να γίνουν πιό σπλαχνικές. Θα μπορούσε ο Θεός με την παντοδυναμία Του να κάνει διά μιας όλους τους ανθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι ευχαριστημένους. Αλλ’ αφήνει τους ανθρώπους να δοκιμάσουν την πείνα και τη δίψα, την αρρώστια, τη φτώχεια και τη δυστυχία για δυό λόγους. Πρώτα, ώστε εκείνοι που υποφέρουν απ’ όλα αυτά να μπορέσουν έτσι να μαλακώσουν την καρδιά τους, να γίνουν πιο σπλαχνικοί και να έρθουν πιό κοντά στο Θεό, να τον προσκυνήσουν με πίστη και προσευχή. Δεύτερο, ώστε ο άνθρωπος μέσα από τα δικά του βάσανα να κατανοήσει και τους άλλους, με την ταπείνωσή του να κατανοήσει την ταπείνωση των άλλων. Έτσι θα καταλάβει την αδελφότητα και την ενότητα όλων των ανθρώπων μέσα από τον Ζώντα Θεό, το Δημιουργό και δοτήρα όλων των επίγειων αγαθών. Ο Θεός ζητά από μας να γίνουμε ελεήμονες, να έχουμε πάνω απ’ όλα έλεος. Γνωρίζει πως το έλεος είναι ο τρόπος για ν’ αποκαταστήσει ο άνθρωπος την πίστη στο Θεό, την ελπίδα στο Θεό και την αγάπη για το Θεό.
Αυτή είναι η εξωτερική ερμηνεία. Η δεύτερη έχει να κάνει με το Χριστό μέσα μας. Σε κάθε καθαρή σκέψη που έχουμε στο νου μας, σε κάθε ευγενικό συναίσθημα της καρδιάς μας και σε κάθε υψηλή φιλοδοξία κι επιθυμία της ψυχής μας για την επίτευξη του αγαθού, ο Χριστός αποκαλύπτεται μέσα μας με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Όλες αυτές τις αγνές σκέψεις, τα ευγενικά συναισθήματα και τις υψηλές φιλοδοξίες, τις ονομάζει ελαχίστους αδελφούς Του. Τα ονομάζει έτσι όλα αυτά επειδή βρίσκονται μέσα μας σε μια ασήμαντη μειονότητα σε σύγκριση με τους μεγάλους εσωτερικούς αγρούς που είναι γεμάτοι απορρίμματα και κακία. Αν ο νους μας πεινάει για το Θεό και τον ταΐσουμε, είναι σα να τρέφουμε το Χριστό μέσα μας. Αν η καρδιά μας είναι γυμνή από κάθε αγαθό κι ευγενικό πράγμα που ανήκει στο Θεό και την ντύσουμε, είναι σα να ντύσαμε το Χριστό μέσα μας. Αν η ψυχή μας είναι άρρωστη και φυλακισμένη από την κακή μας ύπαρξη και τα κακά μας έργα και το αντιληφθούμε αυτό και την επισκεφθούμε, τότε είναι σα να επισκεφτήκαμε το Χριστό μέσα μας. Με λίγα λόγια, αν αυτός ο δεύτερος εαυτός που έχουμε μέσα μας και που αντιπροσωπεύει το δίκαιο άνθρωπο, υποδουλωθεί και ταπεινωθεί από τον πονηρό κι αμαρτωλό εσωτερικό μας άνθρωπο και μείς τον προστατεύσουμε, είναι σα να προστατεύουμε το Χριστό μέσα μας. Ο δίκαιος άνθρωπος μέσα μας είναι πολύ-πολύ μικρός, ενώ ο αμαρτωλός μέσα μας είναι ένας πραγματικός Γολιάθ. Ο δίκαιος άνθρωπος μέσα μας όμως είναι ο μικρός αδελφός του Χριστού, ο ελάχιστος, κι ο αμαρτωλός Γολιάθ μέσα μας είναι ο εχθρός του Χριστού. Αν τότε προστατέψουμε το δίκαιο άνθρωπο μέσα μας, αν τον ελευθερώσουμε, τον ενισχύσουμε και τον βγάλουμε στο φως· αν τον σηκώσουμε ψηλότερα από τον αμαρτωλό, ώστε, να τον κυριεύσει, και να μπορούμε να πούμε μαζί με τον απόστολο Παύλο, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β’20), τότε θα κληθούμε ευλογημένοι και στην τελευταία Κρίση θ’ ακούσουμε τα λόγια του Βασιλιά: δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.
Σε κείνους που θα βρεθούν αριστερά Του θα πει ο Κριτής: Φύγετε μακριά από μένα εσείς οι καταραμένοι, πηγαίνετε στο αιώνιο πυρ που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του. Ο Κριτής είναι φοβερός, αλλά δίκαιος. Ο Βασιλιάς καλεί τους δίκαιους κοντά Του και τους δίνει τη βασιλεία Του, ενώ απομακρύνει τους αμαρτωλούς και τους στέλνει στο αιώνιο πυρ, στην πονηρή συντροφιά του διαβόλου και των υπηρετών του. Στο έργο του «Περί Τελικής Κρίσεως» ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «Αν υπάρχει κάποιο τέλος στα αιώνια βάσανα, σημαίνει πως υπάρχει τέλος και στην αιώνια ζωή. Καθώς όμως είναι αδύνατο να φανταστείς το τέλος της αιώνιας ζωής, πώς είναι δυνατό να σκεφτείς ότι θα υπάρξει τέλος στα αιώνια βάσανα;» Κρίνοντας τους αμαρτωλούς που βρίσκονται αριστερά Του ο Βασιλιάς τους εξηγεί αμέσως γιατί είναι καταραμένοι και γιατί τους στέλνει στο αιώνιο πυρ: Πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν με ποτίσατε. Ήμουν ξένος και δεν με πήρατε στο σπίτι σας, ήμουν γυμνός και δεν με ντύσατε, ήμουν άρρωστος ή φυλακισμένος και δεν με επισκεφθήκατε.
Τίποτα απ’ αυτά που είχαν κάνει οι δίκαιοι δεν έκαναν οι αμαρτωλοί. Και σαν άκουσαν τα λόγια αυτά του Κυρίου οι αμαρτωλοί ρώτησαν, όπως κι οι δίκαιοι: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο…;» Κι ο Κύριος απάντησε: «Αλήθεια σας λέω: αφού δεν κάνατε τίποτα στους αδελφούς μου τους ελάχιστους, ούτε και σε μένα κάνατε».
Η ερμηνεία που έκανε ο Βασιλιάς στους αμαρτωλούς έχει επίσης δυό σημασίες, μια εξωτερική και μια εσωτερική, όπως και στην πρώτη περίπτωση με τους δίκαιους. Ο νους των αμαρτωλών ήταν σκοτισμένος, η καρδιά τους σκληρή κι η ψυχή τους είχε κακή διάθεση προς εκείνους που πεινούσαν, διψούσαν, ήταν γυμνοί, άρρωστοι και φυλακισμένοι στη γη. Με το σκοτισμένο τους νου δεν μπορούσαν να δουν πως ο Χριστός τους καλούσε να ελεήσουν τους φτωχούς και βασανισμένους αδελφούς τους. Η σκληρή καρδιά τους δεν μαλάκωνε με τα δάκρυα των άλλων. Ούτε και το παράδειγμα του Χριστού και των αγίων Του άλλαζε την κακοπροαίρετη ψυχή τους για να επιθυμήσουν το καλό και να το κάνουν. Έτσι, όπως ήταν άσπλαχνοι στο Χριστό, μέσω των αδελφών Του, ήταν άσπλαχνοι και στο Χριστό μέσα από τον ίδιο τον εαυτό τους. Με το που τους ερχόταν κάποια αγνή σκέψη, την εξαφάνιζαν θεληματικά και την αντικαθιστούσαν με άλλες σκέψεις, ακάθαρτες και βλάσφημες. Ξερίζωσαν κάθε ευγενικό συναίσθημα από την καρδιά τους και το αντικατάστησαν με ασπλαχνία, λαγνεία και ιδιοτέλεια. Κάθε επιθυμία που εκδηλωνόταν μέσα τους για να κάνουν κάποια καλή πράξη, ακολουθώντας τις εντολές του Χριστού, την καταπίεζαν αμέσως και στη θέση της έβαζαν άλλη, πώς να κάνουν κακό στους άλλους ή ν’ αμαρτήσουν, για να προκαλέσουν την οργή του Θεού. Έτσι τον ελάχιστο αδελφό του Χριστού, δηλαδή το δίκαιο άνθρωπο που βρισκόταν μέσα τους, τον σταύρωναν, τον σκότωναν και τον έθαβαν. Ο σκοτεινός Γολιάθ που είχαν θρέψει, δηλαδή ο άδικος άνθρωπος μέσα τους ή ο ίδιος ο διάβολος, παρέμενε νικητής στο πεδίο της μάχης.
Τί μπορεί να κάνει ο Θεός σε τέτοιους ανθρώπους; Μπορεί να δεχτεί στη βασιλεία Του εκείνους που έβγαλαν τη βασιλεία αυτή από τη ζωή τους; Μπορεί να καλέσει κοντά Του αυτούς που ξερίζωσαν μέσα τους την εικόνα του Θεού, αυτούς που διακήρυξαν μυστικά στην καρδιά τους αλλά κι ανοιχτά, μπροστά σ’ όλον τον κόσμο, πως είναι εχθροί του Θεού και υπηρέτες του διαβόλου; Όχι! Αυτοί έγιναν με την ελεύθερη βούλησή τους υπηρέτες του διαβόλου. Κι ο Κύριος στην τελική Του κρίση θα τους στείλει να συντροφέψουν εκείνους που είχαν παρέα σ’ ολόκληρη τη ζωή τους. Θα τους στείλει δηλαδή στο αιώνιο πυρ που έχει προετοιμαστεί για το διάβολο και τους πονηρούς αγγέλους του.

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Αλλαγή του νου...

Τέτοιος είναι ο γενικός χαρακτήρας της πρακτικής ζωής. Σημαδεύεται, πάνω απ’ όλα, από τέσσερις ιδιότητες: μετάνοια, εγρήγορση, διάκριση και φρούρηση της καρδιάς.
«Η αρχή της σωτηρίας είναι το να καταδικάσουμε τον εαυτό μας» (Ευάγριος) . Η μετάνοια ορίζει το σημείο εκκίνησης του ταξιδιού μας. Ο ελληνικός όρος μετάνοια δηλώνει αρχικά «αλλαγή του νου». Αν κατανοηθεί σωστά, η μετάνοια δεν είναι αρνητική αλλά θετική. Σημαίνει, όχι οίκτο για τον εαυτό μας ή τύψεις συνειδήσεως , αλλά μεταστροφή, την επαναφορά του κέντρου όλης της ζωής μας στην Τριάδα. Σημαίνει το να κοιτάζουμε όχι με θλίψη προς τα πίσω, αλλά προς τα εμπρός  μ’ ελπίδα∙ όχι προς τα κάτω, στις ατέλειές μας, αλλά προς τα πάνω , στην αγάπη του Θεού . Σημαίνει να δούμε όχι ό,τι δεν καταφέραμε να είμαστε, αλλ΄ ότι με τη θεία χάρη μπορούμε να γίνουμε τώρα και να δράσουμε γι’ αυτό που βλέπουμε. Το  να μετανοήσουμε σημαίνει ν’ ανοίξουμε τα μάτια μας στο φως. Μ’ αυτή την έννοια η μετάνοια δεν είναι μόνο μια μοναδική πράξη, έν’ αρχικό βήμα, αλλά μια συνεχιζόμενη κατάσταση, μια στάση της καρδιάς και της θέλησής που χρειάζεται ν’  ανανεώνεται ασταμάτητα ως το τέλος της ζωής. Με τα λόγια του αγ. Ησαΐα της Σκήτης, «Ο Θεός μας ζητάει να συνεχίζουμε να μετανοούμε ως την τελευταία μας αναπνοή». «Αυτή η ζωή σού έχει δοθεί για μετάνοια», λέει ο αγ. Ισαάκ ο Σύρος, «μην την σπαταλάς σε άλλα πράγματα».
Το να μετανοήσεις σημαίνει να ξυπνήσεις. Η μετάνοια, η αλλαγή του νου, οδηγεί σε εγρήγορση. Ο ελληνικός όρος που χρησιμοποιείται εδώ, νήψη, σημαίνει στην κυριολεξία νηφαλιότητα και επαγρύπνηση- το αντίθετο από μια κατάσταση ναρκωτικής ή αλκοολικής αναισθησίας και επομένως , σε συνάρτηση με την πνευματική ζωή, σημαίνει προσοχή, επαγρύπνηση , ανάμνηση. Όταν ο άσωτος υιός μετενόησε, λέγεται ότι «ήλθεν εις εαυτόν» (Λουκ. 15,17). Ο «νηπτικός άνθρωπος» είναι αυτός που έχει έρθει στον εαυτό του, που δεν ονειροπολεί παρασυρόμενος άσκοπα κάτω από την επίδραση περαστικών ορμών αλλά που έχει αίσθηση της κατεύθυνσης και του σκοπού. Όπως το Ευαγγέλιον της Αληθείας (μέσα 20ου αι.) το εκφράζει, «Είναι σαν κι αυτόν που ξυπνάει από μεθύσι και ξανάρχεται στον εαυτό του… Ξέρει από πού ήρθε και πού πηγαίνει»…

Ο π. Άβελ από την Ιερά Μονή Δοχειαρίου χτυπά χαρμόσυνα της καμπάνες με μοναδικό τρόπο καθώς υποδέχονται την Ιερά Εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου στην ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΟΥ στον Σοχό Θεσσαλονίκης


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Πάτερ, δεν θέλω να με λυπηθείς, αλλά να προσευχηθείς…

¨Πάτερ, νιώθω ότι με τον άντρα μου ζούμε σαν συγκάτοικοι σε δυο παράλληλες γραμμές που σπάνια ενώνονται. Ενώ με τους συγγενείς και τους φίλους του μιλάει, γελάει, περνάει αρκετές ώρες της νύχτας μαζί τους για να βλέπει ποδόσφαιρο ή να παρακολουθεί ταινίες στα σπίτια τους, όταν επιστρέφει στο σπίτι, είναι κατσούφης, αμίλητος θυμωμένος και βρίσκει πάντα λόγους για να με αποπαίρνει. Του μίλησα πολλές φορές, του είπα πώς νιώθω, όταν μάλιστα κάνω λάθος του ζητώ και συγνώμη, όμως αυτός παραμένει το ίδιο. Το χαμόγελο του θα ήταν το πιο πολύτιμο και ακριβό για μένα, κι όμως, ποτέ δε μου χαμογελά, και σπάνια με αγγίζει με τρυφεράδα. Θέλω να το βλέπω σαν τον προσωπικό μου σταυρό, όμως πολύ φοβάμαι πως αν κρυώσουν μέσα μου τα αισθήματα γι αυτόν, τότε θα κάνω πράγματα τα οποία δε θέλω. Δε σου τα λέω όλα αυτά, πάτερ, για να με λυπηθείς, μα για να προσευχηθείς…

Πηγή: https://www.facebook.com/AndreasKonanosPage

Τα μυστικά της εξομολόγησης

Προσεύχομαι, και την πρώτη σκέψη που έρχεται στην καρδιά μου τη δέχομαι ως λόγο Θεού, και αυτή λέω. Είναι ο Θεός που ξέρει τη ζωή σου και το μυστήριο της καρδιάς σου.
Εγώ είμαι μόνο ένας πνευματικός. (1,71) Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ.

Η εξομολόγηση είναι μυστήριο. Αυτό σημαίνει ότι η άφεση των αμαρτιών δεν εξαρτάται από την (άγνωστη στον εξομολογούμενο) αμαρτωλότητα του ιερέως που τελεί το μυστήριο. Όμως εξαρτάται κατά ένα μέρος και από το πρόσωπο του εξομολόγου, εφόσον δι’ αυτού δίνεται η συγχώρηση, κατά το: «άν τινων αφείτε τας αμαρτίες, αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατείτε, κεκράτηνται». (Ιω. Κ 23).
Όταν προσερχόμαστε στο μυστήριο αυτό, πρέπει να θέλομε να βελτιώσουμε πνευματικά τον εαυτό μας. Στην ερώτηση ποια είναι η ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολόγησης, ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως απαντάει:
«α. Η συναίσθηση του μετανοούντος σαν παραβάτη των θείων εντολών, και β. Η διάθεση για επιστροφή προς τον Θεό και τήρηση των θείων εντολών». (2,186). Χρειάζεται, όμως, υποβοήθηση ο μετανοών, συνήθως, για να μπορέσει να διακρίνει στα προβλήματά του την συμφέρουσα (πνευματικά) λύση. Από αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει να βρει ένα καλό πνευματικό οδηγό, όχι απλά ένα εξομολόγο. Και όπως κάποιος ψάχνει για ένα καλό γιατρό για το σώμα του, έτσι πρέπει να αναζητάει και ένα καλό πνευματικό για την ψυχή του. Υπάρχει μάλιστα
μαρτυρία από ζωντανή εμφάνιση σε νέους του γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη μετά την κοίμησή του, που τους τόνισε ακριβώς αυτή την ανάγκη.
Ο γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης (+1994) μιλούσε για το θέμα αυτό με τον ίδιο τρόπο: «Σήμερα το πιο απαραίτητο είναι να βρουν οι άνθρωποι έναν πνευματικό, να εξομολογούνται, να του έχουν εμπιστοσύνη και να τον συμβουλεύονται. Αν έχουν πνευματικό και βάλουν ένα πρόγραμμα με προσευχή και λίγη μελέτη, εκκλησιάζονται, κοινωνούν, τότε δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν σ‘ αυτήν την ζωή. Η ψυχή πρέπει να παρακολουθείται από τον πνευματικό, για να μη λαθέψει τον δρόμο της. Μπορεί να βοηθάει στον αγώνα λ.χ. και η πνευματική μελέτη, αλλά, αν κανείς δεν έχει πνευματικό οδηγό, μπορεί να δίνη δικές του ερμηνείες σ’ αυτά που διαβάζει, και να πλανηθεί.
Βλέπεις, και όταν κάποιος πάει κάπου με το αυτοκίνητό του και δεν γνωρίζει καλά τον δρόμο, μπορεί να συμβουλεύεται τον χάρτη, αλλά σταματάει κιόλας και ρωτάει, για να μην πάρει λάθος δρόμο… Τον πνευματικό οδηγό φυσικά κανείς θα τον διαλέξει. Δεν θα εμπιστευτεί στον οποιονδήποτε την ψυχή του. Όπως για την υγεία του σώματος ψάχνει να βρει καλό γιατρό, έτσι και για την υγεία της ψυχής του θα ψάξει να βρει κάποιον καλό πνευματικό και θα πηγαίνει σ‘ αυτόν, τον γιατρό της ψυχής, τακτικά». (3).
Αν από τους εξομολόγους λίγοι είναι και πνευματικοί καθοδηγητές, αυτό κατά ένα μέρος οφείλεται και στους πιστούς, που δεν το επιζητούν. Ο Ιερομόναχος Ραφαήλ Νόϊκα, πνευματικό τέκνο του γέροντος Σωφρονίου του Αγιορείτη (+1993), αναφέρει ένα περιστατικό: «Ένας νέος έκανε στον άγιο Σιλουανό αυτή την τραγική ερώτηση: Γιατί σήμερα είναι τόσο λίγοι οι καλοί πνευματικοί; Και ο άγιος Σιλουανός έδωσε μια απάντηση ίσως ακατανόητη… «Δεν υπάρχουν καλοί πνευματικοί επειδή δεν υπάρχουν καλοί υποτακτικοί». Ένα άλλο περιστατικό είναι με τον γέροντα Σωφρόνιο. Έκανε μια αναφορά ο γέροντας στον προφήτη Ιεζεκιήλ, που λέει κάπου: Αν ο προφήτης του Θεού βρεθεί ψευδής είναι επειδή Εγώ, ο Κύριος και Θεός, παραπλάνησα τον προφήτη (Ιεζ. 14,9).
Δηλ. Εγώ, ο Κύριος και Θεός, παραπλανώ τον προφήτη μου τον μέγα, τον δίκαιο, τον αληθινό, και θα πει ψέματα. Γιατί; Επειδή ο λαός Μου έχει υποκριτική καρδιά. Κάποια μέρα, όταν άρχισα να καταλαβαίνω αυτό το μυστήριο, πήγα στον γέροντα Σωφρόνιο και του είπα: “’ρα λοιπόν πάτερ, στο μυστήριο της εξομολόγησης, όσον αφορά τον πνευματικό πατέρα και το πνευματικό τέκνο, είναι ο γιος που γεννάει τον πατέρα!” ’ρχισε να γελάει ο γ. Σωφρόνιος και είπε: «Έτσι είναι. Ο γιος γεννάει τον πατέρα του»! … Μάθετε στα πνευματικά σας τέκνα αυτή τη μέθοδο: Μην έρχεσθε σε εμένα αν δεν προσευχηθείτε πρώτα στον Θεό». (1,72-73)
Γράφεται στον βίο του αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ (+1833) ένα περιστατικό, από τα πολλά, που φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο μιλούσε ο άγιος: «…Ο π. Αντώνιος που γνώριζε και σεβόταν από πολλών ετών τον όσιο Σεραφείμ, τόλμησε να του πει: «Πατερούλη, η ψυχή του ανθρώπου είναι μπροστά σας ανοικτή σαν σε καθρέπτη. Εμπρός στα μάτια μου, ενώ ακόμη δεν είχατε ακούσει τις πνευματικές ανάγκες και τις ταλαιπωρίες αυτού του προσκυνητή, του τα είπατε ήδη όλα εκ των προτέρων. Τώρα βλέπω ότι ο νούς σας είναι τόσο καθαρός, ώστε τίποτα δεν μένει κρυφό σ’ αυτόν από την καρδιά του πλησίον».
Τότε ο όσιος Σεραφείμ έβαλε στο στόμα του π. Αντωνίου την δεξιά του παλάμη, σαν να ήθελε να τον αποστομώσει, και είπε: «Δεν μιλάς όπως πρέπει χαρά μου. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ανοικτή μόνο στον Κύριο και ο Θεός είναι ο μόνος καρδιογνώστης, η δε καρδία του ανθρώπου είναι βαθεία» (Ψαλμ. 63,7). Ο π. Αντώνιος ξαναρώτησε: «Πως εσείς πατερούλη, ενώ ούτε μία λέξη δεν ερωτήσατε τον (συνομιλητή) έμπορο, του είπατε όλα όσα του ήσαν αναγκαία»;
Ο όσιος απάντησε ταπεινά: «Αυτός ήλθε σε μένα όπως όλοι οι άλλοι, όπως και εσύ, επειδή με θεωρούσε δούλο του Θεού. Εγώ ο ταπεινός Σεραφείμ επίσης θεωρώ τον εαυτό μου ως αμαρτωλό δούλο του Θεού και ότι μου ορίζει ο Κύριος, αυτό και παραδίδω ως ωφέλιμο σ’ εκείνον που έχει ανάγκη.
Την πρώτη σκέψη που εμφανίζεται στην ψυχή μου την θεωρώ ως υπόδειξη του Θεού, χωρίς να γνωρίζω τι υπάρχει στην ψυχή του συνομιλητή μου, αλλά μόνο πιστεύοντας ότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Όπως το σίδερο στον σιδηρουργό έτσι και εγώ έχω παραδώσει το θέλημά μου και ολόκληρο τον εαυτό μου στον Κύριο. Ότι είναι αρεστό σε Εκείνον, αυτό και πράττω. Δεν έχω δικό μου θέλημα, αλλά ότι είναι ευάρεστο στον Θεό αυτό και μεταδίδω». (4)
Ο άγιος Σεραφείμ μιλούσε σαν τέλειος Χριστιανός, και γι’αυτό δεν έκανε λάθη.
«Σε μια συζήτησή του με τον πατέρα Στρατόνικο, (λέει ο π. Ραφαήλ) ένα ασκητή του Καυκάσου, ο άγιος Σιλουανός έκανε μια ρητορική ερώτηση: Πάτερ πως μιλούν οι τέλειοι; Ο π. Στρατόνικος δεν ήξερε τι να απαντήσει και ο άγιος Σιλουανός αποκρίθηκε: Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε αφ’ εαυτού τους, λένε μόνο ότι τους δίνει το Πνεύμα». (1,67)
Επομένως, σε σχέση με τα προηγούμενα, είναι απαραίτητο να υπάρχει εν Χριστώ ενότητα πνεύματος εξομολόγου και εξομολογουμένου, και να μην γίνεται μεταξύ τους φλύαρη συζήτηση ώστε να γίνεται αντιληπτός ο λόγος του Κυρίου για την ψυχή, που είναι ο πρώτος λόγος του πνευματικού. Ο Θεός γνωρίζει τι τάλαντα έχει δώσει σε κάθε ψυχή, και σε ποια πάθη είναι επιρρεπής, γι’ αυτό οι συμβουλές μπορεί να διαφέρουν αρκετά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Έτσι η σωτηρία δεν είναι κάποια συγκεκριμένη συνταγή, είναι όπως λέει ο π. Ραφαήλ, «λόγος μυστικός, λόγος θεϊκός, για κάθε ψυχή που έχει γεννηθεί στον κόσμο. Και για κάθε ψυχή ένας άλλος λόγος». Και συνεχίζει ο π. Ραφαήλ:
«Θυμάστε το περιστατικό από το Γεροντικό: Έρχεται ένας μοναχός στον τάδε αββά και ζητάει ένα λόγο σωτηρίας, και ο αββάς του λέει: “Μείνε στο κελλί σου, τρώγε πίνε κοιμήσου, μόνο μη βγεις από το κελλί”. Σε κάποιον άλλο με την ίδια αναζήτηση: “Να νηστεύεις μέχρι την ενάτη ώρα”. Μπορεί να βγαίνει από το κελλί (κάνοντας επισκέψεις), μπορεί να μπαίνει, να κάνει ότι θέλει, αλλά να κρατήσει τη νηστεία. Σε κάποιον άλλο είπε κάτι για τους λογισμούς και σε κάποιον κάτι άλλο. Και όπως έλεγε ο π. Σωφρόνιος, εδώ δεν μιλάμε για θεολογία, δεν πρόκειται για ένα δόγμα γραμμένο σε ένα βιβλίο.
Πρόκειται για μια πνευματική στρατηγική, όπου ο πνευματικός, καθώς το πνεύμα τού γεννά λόγο στην καρδιά, καταλαβαίνει ότι η στρατηγική γι’ αυτόν τον άνθρωπο είναι: “Ενίσχυσε τον στρατό σου στο τάδε μέτωπο”. Αν σε εκείνο το σημείο νικήσεις, στα υπόλοιπα θα σου είναι σχετικά εύκολο. Η σωτηρία σου είναι ήδη εξασφαλισμένη. Αν όμως όλα τα άλλα τα σημεία τα ενισχύσεις, ενώ εκεί που υπάρχει μία τρύπα στο τείχος την αφήσεις ακάλυπτη, από εκεί εισβάλουν τα στρατεύματα του εχθρού, και δεν έκανες τίποτε για την σωτηρία σου. Λοιπόν είναι απαραίτητο να εισέλθουμε στο έργο του Θεού, να αναζητούμε τον θεϊκό λόγο, για να βρούμε που είναι αυτή η τρύπα απ’ όπου μπορούν να εισβάλουν οι εχθροί στην πόλη της ψυχής». (1,68).
Στον στρατό τα μηνύματα του αρχηγείου πρέπει να φτάσουν στους πολεμιστές προφυλαγμένα από τον εχθρό, ώστε αυτός να μην μάθει τις κινήσεις που θα γίνουν για την εξουδετέρωσή του. Έτσι υπάρχει το στρατιωτικό απόρρητο, που τηρείται με πολλή φροντίδα με την βοήθεια ειδικών υπηρεσιών, την εφαρμογή κρυπτογράφησης και άλλων συστημάτων ασφαλείας. Και εμείς για να ωφελούμαστε τα μέγιστα από το μυστήριο της Εξομολόγησης, πρέπει να κρατάμε τα μυστικά του, όπως μας εξηγεί ο π. Ραφαήλ Νόϊκα:
«Προσέξτε μία ακόμη σημαντική λεπτομέρεια: το απόρρητο της εξομολόγησης. Ξέρουμε ότι οι ιερείς πρέπει να κρατάνε μυστική την εξομολόγηση, αλλά μη νομίζετε ότι αυτό γίνεται μόνο για να προστατέψουμε την ψυχή που έρχεται σ’ εμάς από τον πόνο και την ντροπή και για να την ενθαρρύνουμε να μας ανοίγεται χωρίς φόβο. Δεν είναι μόνο αυτό: είναι κάτι πολύ πιο μεγάλο. Στο μυστήριο της πνευματικής πατρότητας, όπως όλοι νομίζω γνωρίζετε, και ιδιαίτερα στην εξομολόγηση, δεν μπορεί να εισχωρήσει ο διάβολος. Ο διάβολος, όμως, που είναι όχι μόνο κακός, αλλά και πονηρός, ξέρει πώς να μπερδεύει τα πράγματα για να μαντεύει. Όσες, όμως, λιγότερες πληροφορίες έχει, τόσο περισσότερο χρόνο κερδίζουμε εμείς για να δουλεύουμε πάνω στην ψυχή που έρχεται σ’ εμάς, ώστε να στερεωθεί.
Θα ήθελα να προσθέσω ότι στην τσαρική Ρωσία υπήρχε νόμος, η μαρτυρία του ιερέα στα δικαστήρια να μην έχει καμία αξία. Αν και υπήρχε και τότε διωγμός κατά της Εκκλησίας, ιδιαίτερα από τον Μεγάλο Πέτρο και μετά, σε αυτό όμως το γεγονός υπήρχε πραγματικά κάτι το θαυμαστό, διότι μέσω αυτού του νόμου προστατευόταν το μυστήριο της εξομολόγησης: ο ιερέας να μην έχει το δικαίωμα να καταθέσει ως μάρτυρας ούτε υπέρ ούτε κατά, επειδή δεν αποτελούν αυτά τον σκοπό της ιεροσύνης, αλλά σκοπός μας είναι να κρατήσουμε το απόρρητο της εξομολόγησης. Και δεν αρκεί μόνο ο ιερέας να κρατάει απόρρητη την εξομολόγηση, γιατί δεν πρόκειται απλώς για μια επαγγελματική ηθική, όπως στην ιατρική, είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, αλλά πρέπει και ο εξομολογούμενος να κρατάει μυστική την εξομολόγηση, γιατί αλλιώς το μυστήριο και πάλι σχεδόν ακυρώνεται.
Διότι αν αυτός αρχίσει να λέει: «Α, ο πνευματικός μού είπε αυτό και αυτό», τότε φαίνεται ότι, ως πνευματικός, τον έναν τον γλυκαίνεις και τον άλλον τον μαστιγώνεις για την ίδια αμαρτία. Σύμφωνα όμως με τη σοφία σου, ως πνευματικός, ξέρεις τι ακριβώς θα σώσει τον έναν και τι τον άλλον. Έχει δικαίωμα ο πνευματικός -μιλάμε πάλι για τη δύναμη να μπορείς να δώσεις ζωή- να έχει την ελευθερία να δώσει στον έναν γλυκό και στον άλλον πικρό δηλ. μαστίγωμα, γνωρίζοντας ότι ο ένας θα σωθεί με το γλυκό και ο άλλος με το μαστίγωμα. Αν όμως οι εξομολογούμενοι αρχίσουν να μιλούν μεταξύ τους, τότε σίγουρα θα σκανδαλιστούν.
Στον αββά Ποιμένα συνέβη ένας παρόμοιος πειρασμός, όμως εκείνος διέθετε πολύ περισσότερη σοφία και ήταν ικανός να τον ξεπεράσει. Ο γέροντας του είπε: «άφησε τα πάθη να εισέλθουν και πολέμησε μαζί τους», ενώ σε κάποιον άλλον είπε: «Μην αφήσεις καθόλου να εισέλθουν τα πάθη, αλλά ευθύς ξέκοψέ τα». Ακούγοντας αυτό ο νεαρός Ποιμήν, γύρισε πίσω στον αββά και τον ρώτησε: «Αββά, εγώ σου εμπιστεύθηκα τους λογισμούς μου. Και να, αλλιώς μίλησες σ’ εμένα και αλλιώς στον άλλο». Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Ποιμήν, παιδί μου, δεν μου είπες να σου μιλήσω όπως θα μιλούσα στον εαυτό μου; Σου μίλησα λοιπόν όπως θα μιλούσα στον εαυτό μου. Σου είπα τι κάνω εγώ»!
Ο π. Σωφρόνιος σχολίαζε το παραπάνω περιστατικό ως εξής: Ο άλλος μοναχός ήταν, σαν να λέμε, χονδρο-καλόγερος “της σειράς” (άνθρωπος της σειράς δεν υπάρχει, ο καθένας είναι διαφορετικός, όμως υπάρχει σε αυτό και μία αλήθεια), δεν είχε υψηλό επίπεδο πνευματικότητας. Αν θα άφηνε τους λογισμούς να μπαίνουν στην καρδιά του, τότε η καρδιά του θα μολυνόταν, και είναι άγνωστο ποιος τελικά θα νικούσε ή, οπωσδήποτε, θα αδυνάτιζε πάρα πολύ από αυτούς τους λογισμούς. Ο Ποιμήν όμως ήταν τόσο πολύ γεμάτος από χάρη στη νεότητά του, ώστε, έλεγε ο π. Σωφρόνιος, ο γέροντάς του είδε ότι πάντοτε η χάρη θα νικούσε στην καρδιά του.
Αυτός, όμως, όντας γεμάτος από χάρη, αν δεν άφηνε τους λογισμούς να μπαίνουν στην καρδιά του, δεν θα γνώριζε τόσα πολλά στοιχεία, και εδώ μιλάμε για ανθρώπινα στοιχεία, για ανθρώπινη πείρα, τα οποία στη συνέχεια θα του ήταν πολύ χρήσιμα για την καθοδήγηση των ψυχών. Ο Ποιμήν θα ήξερε πλέον όχι μόνο την οδό της χάριτος, αλλά και την πονηρία των κακών λογισμών, επειδή θα είχε παλέψει με αυτούς στην καρδιά του. Και έγινε, όντως, ποιμένας, όπως του προφήτεψε κάποιος: «Ποιμήν, το όνομά σου θα γίνει ξακουστό σε όλη την Αίγυπτο». Βλέπετε, δεν ήταν μόνο μέγας πνευματικά, αλλά ο γέροντας τον εξόπλιζε και με ανθρώπινα όπλα, που τα έχουμε και αυτά ανάγκη.
Τώρα θέλω να εστιάσω στο γεγονός, ότι στον έναν είπε μαύρο και στον άλλον άσπρο, και ότι πρέπει ο πνευματικός να έχει αυτή την ελευθερία. Αν ξέρετε ότι ο εξομολογούμενος κρατάει μυστική την εξομολόγηση, μπορείτε να κάνετε με αυτόν ό,τι θέλετε, και θέλουμε σωτηρία, όχι με την έννοια του “κάνω ό,τι θέλω”. Αν ξέρετε ότι δημοσιεύει την εξομολόγηση, θα έχετε δεμένα τα χέρια σας στο πνευματικό σας έργο, διότι ο εξομολογούμενος δεν κρατάει ψηλά το μυστήριο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, υπάρχει ακόμη ένα πιο μεγάλο μυστήριο, ένα μυστήριο άκρως πνευματικό: όταν ο εξομολογούμενος διατυμπανίζει ό,τι είπε και ό,τι τον συμβούλεψε ο πνευματικός στην εξομολόγηση, τότε ο εχθρός καταλαβαίνει πιο γρήγορα τι μας συμβαίνει, ποιο είναι το αδύνατο σημείο μας, και ξέρει πού και πώς να χτυπήσει. Προσέξτε, για παράδειγμα, τη διήγηση περί των πρωτοπλάστων. Επιτρέψτε μου να την αποδώσω ελεύθερα, για να είναι πιο ζωντανός ο διάλογος.
Ο Θεός είπε στον Αδάμ: «Από όλα τα δέντρα θα τρώτε, από αυτό όμως το δέντρο δεν θα φάτε, επειδή, τη μέρα που θα φάτε, θα πεθάνετε» (Γεν. 2, 16-17), και θα έλεγα ότι δεν θέλει απλώς να τον σταματήσει, αλλά κυρίως να του αποκαλύψει τα μυστήρια του Παραδείσου. Έρχεται λοιπόν το φίδι στην Εύα, επειδή τη βρήκε πιο αδύναμη (δεν ξέρω το γιατί, αλλά, βλέπετε, έτσι έγινε το πράγμα), και αρχίζει να της λέει: «Μήπως ο Θεός σού είπε κάτι για το δέντρο, να φας ή να μη φας»; Της έλυσε, όπως λέμε, τη γλώσσα. Συγνώμη για την έκφραση, αλλά το φίδι ήταν πολύ πιο σοφό και δεν μιλούσε όπως μιλάω εγώ τώρα• μιλούσε με πολύ σιγουριά, σαν να ήξερε τα πάντα. Και έτσι συνεχίζει μέχρι σήμερα να κάνει ο πλάνος χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους και τους λογισμούς μας (δηλαδή τους ορατούς και αόρατους εχθρούς) και μας λύνει τη γλώσσα!
Και η καημένη η Εύα, σαν ένα αθώο παιδί, του τα είπε όλα. Διότι εμείς βέβαια λέμε στην προσευχή: «ου μη γαρ τοις εχθροίς σου το μυστήριον είπω» (δεν θα πω στους εχθρούς Σου το μυστήριο), η Εύα όμως του είπε: «ο Θεός μάς είπε πως απ’ όλα μπορούμε να φάμε, μόνο από εκείνο το δέντρο να μη φάμε, γιατί θα πεθάνουμε». «Α, ωραία! Τώρα ξέρω πού να χτυπήσω» σκέφτηκε ο διάβολος, και ξέρουμε πώς χτύπησε, και ξέρουμε πού χτύπησε… Αυτό ακριβώς πρέπει να αποφεύγομε στο μυστήριο της εξομολόγησης. Εκπαιδεύστε τα πνευματικά σας τέκνα σε αυτόν τον τύπο: το μυστήριο να μείνει μυστήριο δηλαδή μυστικό. Βέβαια, όπως ανέφερε και ο Σεβασμιότατος και όπως γινόταν αρχικά στην Εκκλησία, η εξομολόγηση δεν ήταν προσωπική-μυστική υπόθεση, διότι εξομολογούνταν δημόσια, όπως βλέπουμε και στο περιστατικό της Κλίμακας (του Ιωάννη του Σιναΐτη).
Αρχικά η εξομολόγηση γινόταν δημοσίως ενώπιον όλων. Όμως σκέφτομαι: Τι ακροατήριο ήταν εκείνο! Διότι εκείνοι που άκουγαν βρίσκονταν σε τέτοιο πνευματικό ύψος που μπορούσαν να κλαίνε για τη θλίψη του αμαρτωλού αδελφού, που είναι αμαρτωλός σαν και εμένα, που σαν και εμένα δεν φτάνει στη δόξα του Θεού, και που μπορούσαν με δάκρυα να προσεύχονται να ακούνε το μυστήριο της εξομολόγησης με προσευχή. Όταν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ο διάβολος δεν μπορεί να εισχωρήσει σε αυτούς, όπως δεν μπορεί να εισχωρήσει στον πνευματικό! Τέτοια ήταν η κοινότητα της Ιερουσαλήμ. Όμως πέσαμε όλοι. Τώρα όχι μόνο δεν μπορούμε να ακούμε εξομολογήσεις που γίνονται δημοσίως, αλλά και σκανδαλιζόμαστε. Μία ιστορία λέει και εύχομαι να είναι μόνο ένα αστείο, ότι ένας πνευματικός ρωτούσε στην εξομολόγηση ένα μικρό παιδί: «Μήπως έκανες αυτό, μήπως έκανες το άλλο»; Και σε μία στιγμή το παιδί τού λέει: «Όχι, αυτό δεν το έκανα, αλλά …καλή ιδέα»! Δηλαδή του έβαλε στον νου μία (κακή) ιδέα.
Μας συμβαίνει, ας πούμε, να μολυνόμαστε όταν ακούμε άσχημα περιστατικά, αμαρτωλές υποθέσεις άλλων προσώπων και κινδυνεύουμε να τα ακολουθήσουμε. Και αντί να οικοδομούμε τον εαυτό μας με προσευχή για τον πλησίον, σαν να επρόκειτο για την ψυχή μας την ίδια, όπως συνέβαινε με τους πρώτους χριστιανούς, εμείς ή επηρεαζόμαστε αρνητικά και μολυνόμαστε, ή κάνουμε λογισμούς για τον πλησίον, ή τον θεατρίζουμε, ή μιμούμαστε την κακή του συμπεριφορά». (1,74-79)
Τα παραπάνω ειπώθηκαν για να βοηθήσουν στην κατανόηση κάποιων κύριων χαρακτηριστικών του Μυστηρίου της Εξομολόγησης, που επειδή είναι Μυστήριο στηρίζεται στην πίστη μας στον Χριστό. Γι’ αυτό να προσερχόμαστε χωρίς αμφιταλαντεύσεις, διότι «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι»! Και να μην ψάχνομε την τελειότητα στους άλλους, διότι όχι μόνο δεν πρέπει να νομίζομε ότι είμαστε οι ίδιοι άξιοι για κάτι τέτοιο, αλλά ούτε ξέρομε τι σημαίνει τελειότητα: «Είναι εξ ίσου λανθασμένο και απατηλό να αναμένομε την τελειότητα μιας ομάδας, όσο και την τελειότητα ενός προσώπου. Πρωτίστως γιατί και εμείς δεν έχομε αληθινή και ορθή ιδέα για το τι ακριβώς είναι η τελειότητα», λέει ο γέροντας Σωφρόνιος. (5,71).

Πηγή: http://amethystosbooks.blogspot.gr/

Άδεια αναδημοσίευσης:

Κάθε Αναδημοσίευση επιτρέπεται υπό τον όρο ότι θα γίνεται αναφορά προέλευσης του ληφθέντος περιεχομένου από τον παρόντα Ιστοτόπο με παραπομπή (link).